5/9/14

H κοσμογονία στον Πυθαγόρα και στον Τίμαιο του Πλάτωνα

H κοσμογονία στον Πυθαγόρα 

και στον Τίμαιο του Πλάτωνα




Ο Πυθαγόρας ο Σάμιος, είναι ο ηγέτης μίας μυστικής θρησκευτικής κοινότητας. Δεν εκκινά στην φιλοσοφική του αναζήτηση από τα θεμελιώδη ερωτήματα των Ιώνων φιλοσόφων και τις αντιλήψεις τους για την φύση, αλλά έχει στραμμένο το ενδιαφέρον του , σε άλλα πράγματα, που συνδέονται προπάντων με την λατρεία και την διαγωγή του βίου. H απόρριψη των αισθήσεων και η εξύψωση του πνευματικού στοιχείου έναντι του αισθητηριακού, είναι το κοινό στοιχείο του Ηράκλειτου και του Παρμενίδη και μοιραία συνυφαίνεται με τον ιδεαλισμό του Πλάτωνα.[1]

Στο δεύτερο κεφάλαιο εξετάζεται η αντιμετώπιση του θανάτου στην πλατωνική θεωρία ως απελευθέρωση από τον κόσμο των αισθητών. Ο Πλάτων με τις Ιδέες δεν θέλησε απλά να ερμηνεύσει τις λεγόμενες ηθικές αρετές ( δικαιοσύνη, σωφροσύνη, ανδρεία ) αλλά επιπλέον προσπαθεί να κατανοήσει τις αισθητικές αξίες, τις μαθηματικές αρχές του ενός και των πολλών, και τις έννοιες της γνώσης. Καθετί ωραίο, δίκαιο, ένα και αληθινό, είναι μέσα στο συνεχές γίγνεσθαι καθ’εαυτό γιατί μετέχει στην αντίστοιχη Ιδέα, αλλιώς θα χανόταν μέσα στις αισθήσεις μας και την ροή τους.
Αυτό συμβαίνει και με τον φυσικό κόσμο, ο οποίος προσπίπτει στις αισθήσεις μας. Όλα τα φυτά, τα ζώα ,και οι άνθρωποι, τα φυσικά στοιχεία και τα ουράνια σώματα, μετέχουν σε έναν κόσμο που δεν γίνεται και δεν χάνεται, αλλά είναι σταθερός και αιώνιος. Ο αισθητός κόσμος μετέχει στον νοητό- ιδεατό κόσμο. Ο εμπειρικός κόσμος, καθώς μεταβάλλεται σε τόπο και χρόνο γεννιέται και φθείρεται, αποκτά μία κάποια ταυτότητα, μετέχοντας στις Ιδέες.

Ο Πλάτων συνάπτει το γίγνεσθαι του Ηράκλειτου ( Κρατύλος 411 c ),με το είναι του Παρμενίδη ( Θεαίτητος 180 d- 181 b). Αφήνοντας το γίγνεσθαι να μετέχει στο είναι σώζει τα φαινόμενα , δίνει κάποια υπόσταση στον κόσμο των φαινομένων, ορθώνοντας τα πάνω από τον αφανισμό και την αδιάκοπη μεταβολή. Η γένεσις εις ουσίαν που είδαμε στον Φίληβο, είναι αδιάλειπτα ενεργός πάνω στα μεταβαλλόμενα όντα, τα οποία συμμετέχουν συνεχώς στο ουσιαστικό και το αμετάβλητο. Η ανεξαρτησία της ψυχής από το σώμα πλουτίζεται στον Φαίδωνα με πρωτότυπα νοήματα. Η έννοια του θανάτου δεν συνδέεται με την υποστασιακή λύση της ψυχής από το σώμα, που οριοθετεί το χρονικό τέρμα της ζωής. Θάνατος εδώ σημαίνει αποστασιοποίηση από κάθετι που την εμποδίζει από τον στοχασμό και την θέαση της Ιδέας. Η αποστροφή της ψυχής από την πολυπλοκότητα της αισθητηριακής εμπειρίας είναι επίσης μία μορφή θανάτου. Ο νους πρέπει να ελευθερωθεί από την αίσθηση και την σωματικότητα, γι’αυτό πρέπει όλα όσα τον εμποδίζουν να εκμηδενιστούν. Ο θάνατος υπό αυτήν την έννοια, δεν έχει σκοπό να φέρει το τέρμα της ζωής, μα να κάνει τον άνθρωπο ηθικά και γνωστικά αυτοτελή, εφόσον η ψυχή που διασπάται στην υλικότητα και τις ανάγκες του σώματος, αντλεί από εκεί τα κριτήριά της και δεν θα μπορέσει ποτέ να αποκτήσει λογισμό και γνήσια αρετή αιτίας ( Μένων 98 α ).

Ο πλατωνικός έρως στο τρίτο κεφάλαιο, αποβλέπει στην επικοινωνία της ψυχής με το ωραίο και το αγαθό στις διάφορες εκφάνσεις του, στην αισθητή και στην νοητή με σκοπό την διαμόρφωση μίας πραγματικότητας στην οποία θα επικρατεί σταδιακή μείωση της ετερότητας. Η αναγωγική δύναμη του έρωτα προκαλείται και ενισχύεται από την σχέση του προς το ωραίο. Το οδοιπορικό της ψυχής μέσα από τις βαθμίδες της ωραιότητας ενισχύεται από την προσωματική μνήμη της ψυχής σε σχέση με την Ιδέα του κάλλους. Η Διοτίμα περιγράφει στοΣυμπόσιο, την απόλυτη ομορφιά ως ειλικρινή, καθαρή και άμεικτη, από την οποία απουσιάζουν η ανθρώπινη σάρκα τα χρώματα και η θνητή ματαιότητα. ( Συμπόσιο 211 e 1-3). Ο εραστής δεν γεννά μέσα στο απόλυτα ωραίο φαντάσματα αρετής αλλά την ίδια την αρετή.

Στην συνέχεια αναλύονται στο τρίτο κεφάλαιο τα βασικά χαρακτηριστικά της φιλόσοφης ψυχής : η ανάμνηση, ο έρως, και η ικανότητα της θέασης των Ιδεών, με άλλα λόγια η μέθοδος που ακολουθείται για να λυθεί ο δεσμώτης του σπηλαίου από τα δεσμά της φυλακής του και να αντικρύσει το φώς. Η γνώση για τα θεμελιώδη πράγματα δεν είναι παρά μία ανάμνηση, ανάκληση στην συνείδησή μας και ενεργοποίηση των βασικών και πρωταρχικών γνωστικών αρχών, που λανθάνουν μέσα μας. Οι γνώσεις αυτές υπάρχουν στην ψυχή μας σαν σε όνειρο, όπως λέει ο Σωκράτης ( Μένων 85 c ). Αντλώντας από το βάθος της ψυχής μπορεί κανείς να ξεπεράσει τις σκόρπιες και ασύντακτες γνώμες , να επισημάνει τις ορθές, και να προχωρήσει σε δεύτερο στάδιο στην αληθινή γνώση, η οποία στηρίζεται στον λογισμό της την αρετή. Ο Πλάτων θεωρεί ανώτερη την νόηση έναντι της αντίληψης με τις αισθήσεις, την διάνοια έναντι της ύλης, αλλά στην προσπάθεια να δώσει μία περιγραφή της a priori γνώσης, αμέσως την ερμηνεύει ως μία διανοητική εκδοχή της αντίληψης με τις αισθήσεις. Ο Σωκράτης στον Μένωνα ισχυρίζεται ότι το αγόρι δεν γνωρίζει στον παρόντα βίο την συγκεκριμένη μαθηματική αλήθεια, αναμφίβολα την έχει ξεχάσει, είναι απλώς μία άποψη η οποία γίνεται γνώση μέσα από μία αλληλουχία συλλογισμών. Ωστόσο ακόμα και εάν αποδείχτηκε από αυτό το επεισόδιο ότι η ψυχή του αγοριού υπήρχε και παλαιότερα,δεν υπάρχει τίποτε που να αποδεικνύει ότι θα υπάρξει και αργότερα-η προύπαρξη είναι κάτι λιγότερο από την αθανασία.[2]

Ο Πλάτων πιστεύει ή θα καταλήξει να πιστεύει πως η ψυχή στην καθαυτότητά της είδε κάποτε τα μαθηματικά αντικείμενα με τα μάτια της διάνοιας: «επειδή λοιπόν η ψυχή είναι αθάνατη και έχει γεννηθεί πολλές φορές και έχει δεί τα πάντα στον πάνω κόσμο και στον κάτω, δεν υπάρχει κάτι που να μην έχει γνωρίσει. Επομένως δεν είναι καθόλου παράξενο που μπορεί να θυμάται και την αρετή και άλλα πράγματα, που γνώριζε βέβαια από πριν. Επειδή λοιπόν τα πάντα μέσα στην φύση είναι συγγενικά και η ψυχή έχει μάθει τα πάντα,τα ίποτα δεν εμποδίζει κάποιον αφού έχει μάθει ένα πράγμα, να ανακαλύψει με τον ίδιο τρόπο όλα τα υπόλοιπα για τον εαυτό του, με την προυπόθεση ότι είναι γενναίος και δεν τον κουράζει η αναζήτηση. Διότι το να αναζητά και να μαθαίνει κανείς δεν είναι τίποτε άλλο παρά ανάμνηση…».[3]

To αποτέλεσμα της θεάσεως αυτής είναι ο εραστής να μην γίνεται ο αγαπημένος ενός άλλου προσώπου, αλλά των ίδιων των θεών, ετσι που να καθίσταται κατά το δυνατό αθάνατος και εκείνος ( Συμπόσιο 212 a 3-7).

Η άνοδος της ψυχής δεν είναι μόνο αισθητικής τάξεως, αλλά ταυτόχρονα πραγματοποιείται ηθική κάθαρση και γνωσιολογική διαφώτιση. Ο έρως είναι φιλόσοφος, στέκει μεταξύ της σοφίας και της αμάθειας, με όλες δε τις πλευρές της δυναμικής του, επιδιώκει να κάνει τον άνθρωπο πλήρη προσφέροντας του την όψη θεού. Προς την κατευθυνση αυτή η ψυχή, επιβάλλεται να αδειάσει από τις εσωτερικές εναντιώσεις της, ώστε να μπορέσει να θεαθεί το εσωτερικό φώς, την υπόσταση κάθε ωραίου πράγματος και να γίνει ένα με αυτό. Ο πλατωνικός έρωτας, αποκαλύπτει στον άνθρωπο την ομορφιά όχι μόνο του σώματος αλλά και της ψυχής, ώστε να βιώσει αξίες, επιτηδεύματα και νόμους, πριν ανέλθει στο πνευματικό κάλλος, όπου ο φιλοσοφικός εραστής χάνεται στο φώς της αλήθειας και της θεότητας.

Η θέαση της Ιδέας στην πλατωνική φιλόσοφία δεν είναι κάτι ξεχωριστό από την ζωή , αλλά το αγαθό εκείνο, που δικαιώνει την ζωή. Η πλατωνική αντίληψη για την ζωή και την αξία της ευρύνεται στους διαλόγους της πρώτης περιόδου με την προοπτική του θανάτου. Στο σημείο αυτό γίνεται η αυστηρή κριτική της κοινής αφιλοσόφητης ζωής.

Η αλληγορία του σπηλαίου συμβολίζει την κατάσταση αδυναμίας και αφροσύνης του δεσμώτη. Η έλλειψη αγωγής που επικρατεί στο σπήλαιο της μη φιλόσοφης πολιτείας, αποστερεί τις ψυχές των φυλακισμένων από όλες τις ικανότητές τους, καθώς είναι υπνωτισμένοι από εικόνες μη πραγματικές. Αυτή η υποδούλωση δεν είναι μία φυσική κατάσταση, είναι ο καρπός ενός διεφθαρμένου πολιτισμού. Στο σπήλαιο δεν υπάρχει φύση : οι σκιές δεν είναι εικόνες της αισθητής πραγματικότητας, είναι σκιές κατασκευών της πραγματικότητας.[4]

Φωτεινή Κακόγιαννου