6/9/14

Αιθέρας & ενέργεια του χώρου

Αιθέρας & ενέργεια του χώρου

Αν και θεωρείται επιστημονικά «νεκρός» εδώ κι έναν αιώνα, ο Αιθέρας (Aether) εμφανίζεται και πάλι στο προσκήνιο ως μια θεωρία για την ερμηνεία της ανεξήγητης «θάλασσας ενέργειας» και του «κοχλάζοντος κενού», που μας περιβάλει. Από την αρχαιότητα μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα ο Αιθέρας αποτελούσε το τελευταίο κρίκο που συνέδεε τη Φυσική με τη μεταφυσική.

Στην αρχαιότητα πίστευαν πως όλος ο κόσμος ήταν γεμάτος από ένα υλικό λεπτό, αέρινο, σχεδόν άυλο, που οι Έλληνες ονόμαζαν Αιθήρ, οι Ινδοί Πράνα και οι Κινέζοι Τσι. Ο Πυθαγόρας πίστευε στην ύπαρξη του αιθέρα ως «πέμπτο στοιχείο» της Φύσης, ενώ οι ανατολικοί πολιτισμοί αποκαλούσαν το ίδιο στοιχείο Ακάσα (Akasha).

Ο Αριστοτέλης υποστήριζε πως εκτός από τα τέσσερα στοιχεία (Γη, Ύδωρ, Αήρ και Πυρ) υπήρχε στη Φύση και ο Αιθήρ. Σύμφωνα με την άποψη του ο ουρανός διέφερε θεμελιακά από τον κόσμο, καθώς αποτελούνταν από ένα πέμπτο στοιχείο, τον αιθέρα, που ήταν και η «πέμπτη ουσία» της Φύσης (εξού και η λέξη πεμπτουσία).

Ο Αριστοτέλης οδηγήθηκε σ’ αυτό το συμπέρασμα επειδή παρατήρησε πως όλα τα ουράνια σώματα είναι φωτεινά, διαγράφουν ατέρμονους κύκλους, είναι άφθαρτα κι αμετάβλητα. Επομένως κάποια άγνωστη μορφή ενέργειας θα έπρεπε να είναι υπεύθυνη γι’ αυτό.
Στους αιώνες που ακολούθησαν οι αλχημιστές, που αναζητούσαν την «πεμπτουσία», 
κράτησαν ζωντανή τη θεωρία του Αιθέρα. 
Στις συμβολικές απεικονίσεις των αλχημιστών ο Αιθέρας αντιπροσώπευε πάντα το κεφάλι (το «πέμπτο άκρο» του σώματος), ενώ τα υπόλοιπα στοιχεία αντιπροσωπεύονταν από τα άλλα τέσσερα άκρα (χέρια και πόδια).
Σύμφωνα μ’ αυτούς τους συμβολισμούς ο Αιθέρας θεωρούνταν ανώτερο στοιχείο της Φύσης και η «αιθερική» κατάσταση ως ένα από τα ανώτερα επίπεδα του «πνευματικού σώματος».

Στους επιστημονικούς και φιλοσοφικούς κύκλους η θεωρία του Αιθέρα γνώρισε και πάλι διάδοση τον 17ου αιώνα.

Ο Ολλανδός αστρονόμος Κρίστιαν Χούχενς (Christiaan Huygens, 1629-1695) πίστευε ότι στο διαστημικό κενό υπήρχε ένα αδιόρατο ρευστό, που «κυμάτιζε» τα φωτόνια, όπως ανάλογα ο αέρας δημιουργούσε κύματα για τη διάδοση του ήχου. Το υλικό αυτό το ονόμασεΑιθέρα, από τον Αριστοτέλη. Την ίδια άποψη υιοθέτησαν ο Καρτέσιος, ο Κοπέρνικος και ο Νεύτωνας.

Μάλιστα ο τελευταίος υποστήριξε ότι υπήρχε Αιθέρας, προκειμένου να ικανοποιήσει την ανάγκη του για ένα «ακίνητο σύστημα αναφοράς» έτσι ώστε να εξηγήσει την κίνηση των ουράνιων σωμάτων.

Τον 19ο αιώνα ο Φάραντεϊ υποστήριξε την ύπαρξη του φωτοβόλου αιθέρα, θέτοντας ταυτόχρονα τις βάσεις του ηλεκτρισμού και του μαγνητισμού.

Στη συνέχεια ο Τζεημς Κλερκ Μάξγουελ (1831-1878), ορίζοντας τα πεδία ως καταστάσεις μηχανικής συμπίεσης ενός αόρατου αλλά υπαρκτού υλικού που γεμίζει το χώρο, του αιθέρα, πρόσθεσε ότι τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα θα πρέπει να θεωρούνται ως ελαστικές συμπιέσεις του αιθέρα.

Τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα ήταν δονήσεις αυτού του ενδιάμεσου αβαρούς και ρευστού υλικού, εφόσον τα κύματα της θάλασσας είναι δονήσεις του νερού και του ήχου δονήσεις του αέρα.

Σύμφωνα με τον Μάξγουελ το κενό φαινόταν να ενεργεί διηλεκτρικά, σαν να ήταν «ηλεκτρικά πολωμένο». Προσπάθησε λοιπόν να προσφέρει κάποιο είδος μηχανικού μοντέλου για τη διάδοση του ηλεκτρομαγνητικού κύματος μέσα στο απόλυτο κενό.
Έτσι φαντάστηκε ότι το κενό γεμίζει από τη μυστηριώδη ουσία του Αιθέρα, που υποστηρίζει και περικλείει τα χρονικά μεταβαλλόμενα ηλεκτρικά και μαγνητικά πεδία –κάτι σαν παλλόμενο αλλά αόρατο «ζελέ» που διαποτίζει το σύμπαν.


Το «τρεμούλιασμα» του αιθέρα ήταν η αιτία που το φως ταξίδευε μέσα του, ακριβώς όπως τα κύματα του νερού μεταδίδονται μέσω του νερού και ο ήχος μέσω του αέρα. Ο Θαλής θεωρούσε τον κόσμο «έμψυχον και δαιμόνων πλήρη».


Φωτεινή Κακόγιαννου