15/6/14

Η μυστικιστική άποψη του Πλάτωνα και του Αναξαγόρα για την δημιουργία του σύμπαντος.



Η μυστικιστική άποψη του Πλάτωνα και του Αναξαγόρα για την δημιουργία του σύμπαντος.
Ο νους είναι η κινητήρια δύναμη του οργανισμού όπου μπορεί να ελέγχει τα πάντα. Είναι από τη φύση της μια δύναμη ελέγχου, η σκέψη από την άλλη είναι μια πιο ελεύθερη μηχανική ενέργεια, η σκέψη δημιουργείται μέσα από το νου αλλά έχει μεγαλύτερη ελευθερία μέσα της, ταυτόχρονα όμως έχει και την ίδια δύναμη. Με λίγα λόγια ο νους είναι ο έλεγχος και η σκέψη η ελευθερία. 

Ο νους λοιπόν είναι εκείνη η δύναμη που δίνει το σήμα στο σώμα πότε θα πεινάσει; Πότε θα πράξει; Πότε θα κοιμηθεί; Πότε θα ξεδιψάσει; Πότε θα κάνει το ένα, πότε θα κάνει το άλλο. Η σκέψη είναι μια μηχανική δύναμη του νου, έρχεται μέσα από το νου, που μπορεί να σε οδηγήσει όμως σε μια πιο ελευθερία κινήσεων αυτή είναι η διαφορά τους. Άρα ο νους δημιουργεί τις σκέψεις αλλά παραμένουν μια ελεύθερη δύναμη γιατί μέσα από αυτές μπορείτε να κάνετε όνειρα, να αποδεσμευτείτε, να δημιουργήσετε, μπορείτε να κάνετε άλλα πράγματα από εκείνα που σας επιτρέπει ο νους να κάνετε.

Ο Νούς του Αναξαγόρα αντίθετα, θέτει ως ύψιστη αρχή της σκέψης και της βούλησης κάτι απολύτως πνευματικό και άυλο. Σχεδιάζει και ρυθμίζει αλλά δεν δημιουργεί τον κόσμο. Δεν έχει τίποτε κοινό με τα όντα που βρίσκονται έξω από τον εαυτό του, είναι άπειρος, αυτάρκης, δεν αναμειγνύεται με τίποτε, αντιμετωπίζει τον κόσμο της ύλης σαν κάτι ξένο. Εφόσον κάθε έμψυχο όν εκπορεύεται από έναν παγκόσμιο Νού, δεν είναι εύκολο να νοηθεί μία συνεχιζόμενη ύπαρξη μεμονωμένων και αυθύπαρκτων ψυχών, μετά την διάλυση του υλικού τους σώματος. Αποδίδεται στον Αναξαγόρα η άποψη ότι ο χωρισμός από το σώμα είναι επίσης και θάνατος ψυχής.

Ο Νούς του οποίου εκδηλώσεις ήταν οι ψυχές των όντων διατηρείται αναλλοίωτος και αμείωτος αλλά όχι και οι ψυχές. O πλατωνικός Τίμαιος υπεκφεύγει τις ερωτήσεις, έτσι ώστε κανείς άνθρωπος να μην μπορεί να γνωρίζει από τι είναι φτιαγμένη μία ψυχή. Οι εικόνες που αναλύσαμε, ο μύθος του σπηλαίου και η ανάλυση της Πολιτείας, δεν διευκρινίζουν αυτό το οποίο είναι ψυχή, αλλά τονίζουν ότι επικρατεί σε αυτήν μία παράξενη μείξη.

Η ένωση στην ανθρώπινη ψυχή αντιφατικών και ετερογενών δυνάμεων δημιουργεί μία πραγματικότητα τόσο τερατώδη, όσο και η Χίμαιρα, η Σκύλλα, ή ο Κέρβερος.1[1]Όταν η κίνηση η οποία εμψυχώνει ένα πράγμα έρχεται από έξω, αυτή η κίνηση μπορεί να ξεκινήσει και να παύσει κατά απρόβλεπτο τρόπο. Μόνο ένα όν που κινείται από αυτό το ίδιο, δεν παύει ποτέ να υπάρχει, είναι αθάνατο.

Ένα τέτοιο όν είναι πηγή και αρχή κινήσεως για όλα όσα κινούνται. Εξ’ορισμού μία αρχή δεν μπορεί να έλθει στην ύπαρξη, γιατί η ύπαρξή της θα εξαρτάται από μία άλλη αρχή, και θα είχαμε μία πορεία προς το άπειρο. Αυτό το όν δεν μπορεί ακόμη περισσότερο να καταστραφεί, γιατί εάν ήταν καταστρέψιμο, πλέον τίποτα δεν θα μπορούσε να γεννηθεί από αυτό. Εάν υπάρχει κίνηση και ζωή, η αρχή τους πρέπει να είναι άφθαρτη.

Αφού μία φορά αποδείχθηκε ότι αυτό που κινείται από τον εαυτό του είναι αθάνατο, νομιμοποιούμαστε να πούμε ότι σε αυτό έγκειται ο τρόπος ύπαρξης της ψυχής και ο αιώνιος ορισμός της. Η ψυχή και όχι επί παραδείγματι η περιστροφή των ατόμων, είναι η κινητήρια δύναμη της παγκόσμιας ροής. Μιλάμε επομένως για την παγκόσμια ψυχή, η οποία εφαρμόζει στον εαυτό της την δύναμή της, υφίσταται «εν εαυτή», και «επί της ιδίας» εφαρμόζει την στοχαστική κίνηση που δεν έχει άλλη αρχή από τον εαυτό της.[2]
Αρχή κάθε κίνησης αλλά προπάντων αυτού του είδους της κίνησης, η ψυχή δεν μπορεί να λειτουργήσει παρά «κινητοποιώντας εκ των έσω».

Η δράση της ψυχής, συνίσταται στο να κινητοποιεί όλα εκείνα με τα οποία αυτή ασχολείται και υπεισέρχεται, πάσχει και η ίδια από την δύναμή της να κινεί, έτσι ώστε καταλήγουμε στο συμπέρασμα, ότι η δύναμή προς κίνηση, που διαθέτει, δεν άρχισε ποτέ να υπάρχει και δεν θα σταματήσει ποτέ να υπάρχει. Η ψυχή δεν μπορεί να εμψυχώνει οποιοδήποτε σώμα. Στον «Τίμαιο» ο δημιουργός έχει ως σκοπό να δώσει στον κόσμο ένα σώμα, που η ψυχή του να μπορεί να εμπερικλείει και να κινητοποιεί. Στα δε όντα επιχειρεί να δώσει σώματα τέτοια ,που μία ψυχή να μπορεί να εγκατασταθεί. 

Η εικόνα που προσφέρει ο Σωκράτης στον «Φαίδρο», αυτή του άρματος, δηλώνει πως το βασικό χαρακτηριστικό της ψυχής είναι η κίνηση.( 252c -254e)
Ο αμαξιλάτης που αναζητά να χαράξει μία συγκεκριμένη κατεύθυνση στην ομοζυγία, εξαρτάται από τα δικά του φτερά αλλά επίσης και από εκείνα των αλόγων. Ο σκοπός του συνόλου της σύζευξης, είναι εκείνος του αμαξηλάτη-νόηση,με άλλα λόγια η εξάρτηση και συντήρηση της ψυχής από το νοητό. Η νόηση δεν έχει την δυνατότητα να ανυψωθεί από μόνη της, η ψυχή ολόκληρη είναι απαραίτητο να οδηγηθεί προς την πεδιάδα της αλήθειας.[3]

Δεν υπάρχει ανθρώπινο υποκείμενο, αμιγώς σκεπτόμενο, που δεν αγωνίζεται να υπερβεί μέσα στον εαυτό του, ένα πλήθος αντιφατικών ωθήσεων. Οι ψυχές των θεών συντίθενται με τέτοιο τρόπο που όλα τα στοιχεία τους βρίσκονται σε συμφωνία προς μία πορεία ανόδου.
Οι ανθρώπινες συζεύξεις είναι χωρισμένες στο πειθήνιο λευκό άλογο, και στο μαύρο που τραβά τον αμαξηλάτη του προς την γή. Ξαναβρίσκουμε στο σημείο αυτό την τριμερή διαίρεση της Πολιτείας, το γεγονός δηλαδή ότι κάθε μέρος της ψυχής κατέχει την δική της ιδιαίτερη ροπή. Επίσης διαπιστώνουμε ότι για να γνωρίσουμε μία ψυχή σημαίνει να γνωρίσουμε ποια μορφή επιθυμίας κυριαρχεί σε αυτήν. Αντίστοιχα σε μία πόλη μας επιτρέπεται έτσι να διαπιστώσουμε ποιο πολίτευμα κυριαρχεί.

Το ζήτημα της φύσης της ψυχής προϋποθέτει επομένως την αθανασία της. Σύμφωνα με το κυκλικό επιχείρημα το οποίο παρουσιάζεται στον «Φαίδωνα»( 70 c-73 e) όταν κάποιο γίγνεσθαι καταλήγει στην αντίθετη κατάσταση αφετηρία πρέπει να ορισθεί ως αντίθετη από την κατάσταση άφιξης. Μεταξύ δύο αντιθέτων ένα όν μπορεί να διαγράψει την διαδρομή του υπερβαίνοντας τα όρια που αυτά θέτουν.[4]

Το τελευταίο επιχείρημα για την αθανασία της ψυχής που εκφράζεται στον «Φαίδωνα»(103 c-107a),είναι συνδεδεμένο με την παραδοσιακή αρχαία ελληνική θρησκεία την οποία ο Πλάτων προσπαθεί να ξεπεράσει αντιμετωπίζοντάς την κάτω από το πρίσμα της πυθαγόρειας κοσμοθεωρίας.

Ο Σωκράτης την στιγμή που πεθαίνει διαβεβαιώνει την πίστη του ότι η ψυχή είναι αθάνατη. Μπορεί κανείς να αποδείξει ότι ένα κατηγόρημα ανήκει αναγκαστικά σε ένα υποκείμενο αθάνατο, αναφορικά όμως με την ψυχή οφείλει να την ορίσει με έναν ορισμένο τρόπο. Η ψυχή μπορεί να οριστεί όπως οι θεοί και οι Μορφές, εφόσον δεχθούμε πως η ύπαρξή της διαθέτει αιώνια και ακατάστρεπτη φύση. Η πίστη του Πλάτωνα στην αθανασία της ψυχής δεν θεμελιώνεται σε τελευταία ανάλυση ούτε σε κάποια απόδειξη, ούτε σε έναν μύθο, αλλά στις καταγραφές της προσωπικής του εμπειρίας. Η σκεπτόμενη ψυχή προσκολλάται σε πραγματικότητες ουσιωδώς άφθαρτες και εξομοιώνεται με αυτές, όπως αναφέρει ο «Φαίδων» και η «Πολιτεία». Αυτή είναι η αληθινή φύση και ο προορισμός της ψυχής, που ωστόσο κάθε ψυχή δεν αναγνωρίζει και οι περισσότεροι άνθρωποι αγνοούν.[5]

Η ψυχή που κατανοεί τον εαυτό της ως σκεπτόμενο, έχει περισσότερο από όλα τα όντα κάτι το ακατάστρεπτο. Όμως η ψυχή αποτελεί την κινητήρια δύναμη ζωής για κάθε σώμα με το οποίο ενώνεται, αλλά πρέπει να διαχωριστεί από αυτό για να συνειδητοποιήσει το γεγονός της σκέψης.
Στον «Τίμαιο» παρουσιάζεται το κοσμολογικό μοντέλο που διατυπώνει μια ευλογοφανή εξήγηση -εἰκότα μῦϑον, ότι δηλαδή διαχειρίζεται ο φιλόσοφος μία από τις προτεινόμενες ερμηνείες του κόσμου, οπότε η αναζήτηση της εγκυρότητάς της από τους θεούς δεν έχει νόημα· 

Έχει ήδη κατακτήσει ο Πλάτων την έννοια της ουσίας αλλιώς δεν θα ήταν δυνατή η διατύπωση της ιεραρχίας επιπέδων γνώσης, η διάκριση με άλλα λόγια ανάμεσα στο Είναι και στο φαίνεσθαι .
Μπορεί μεν στην αλληγορία του σπηλαίου να μην κυριαρχεί ο λόγος και να συγκρίνονται και να ιεραρχούνται (ως αισθητά), μόνο η εικόνα της σκιάς του σπηλαίου με εκείνη του εξωτερικού κόσμου, αποκαλύπτεται όμως η σχετική θέση λόγου-ειδώλων. Έτσι η φιλοσοφία απελευθερώνει τους ανθρώπους από το σπήλαιο της φαινομενικής πραγματικότητας, από τον κόσμο της δοξασίας, της ”δόξας”, και τους οδηγεί στον ήλιο της αλήθειας.

Πραγματώνεται έτσι από τον Πλάτωνα μια βασική οντολογική διάκριση, η διάκριση ανάμεσα στον φαινομενικό κόσμο της αίσθησης και το αληθινό ὂν που είναι προσιτό στη νόηση.
O Τίμαιος επιδιώκει να κατανοήσει «ποιό είναι εκείνο που πάντα υπάρχει και ποτέ δεν γεννιέται, και ποιο είναι εκείνο που συνέχεια μεν γεννιέται αλλά ποτέ δεν υπάρχει. Και το μέν πρώτο γίνεται καταληπτό με την σκέψη και με συλλογισμούς γιατί παραμένει πάντα αμετάβλητο. Το δε δεύτερο γίνεται αντιληπτό με την δοξασία που συνοδεύεται από ασυλλόγιστη αίσθηση, γιατί γεννιέται και πεθαίνει ενώ στην πραγματικότητα ποτέ δεν υπάρχει». 

Κάθε πράγμα που λαμβάνει σχήμα και ιδιότητες από τον δημιουργό, χρησιμοποιεί σαν πρότυπο και αποβλέπει πάντοτε σε εκείνο, που παραμένει αναλλοίωτο. Για τον παραπάνω λόγο κάθε τι που κατασκευάζεται με τον παραπάνω τρόπο είναι αναγκαστικά καλό. Αυτό όμως που δημιουργείται με πρότυπο το ήδη κατασκευασμένο δεν είναι καλό.

Εάν λοιπόν ο κόσμος αυτός είναι ωραίος και ο δημιουργός του καλός, τότε είναι φανερό ότι απέβλεπε στο αιώνιο πρότυπο. Εάν συμβαίνει το αντίθετο –πράγμα που δεν είναι επιτρεπτό να το αναφέρει κανείς-τότε απέβλεπε σε αυτό που έχει γίνει. Ο δημιουργός του κόσμου ωστόσο είναι ανώτερος από τα αίτια, ο δε κόσμος ο ωραιότερος από αυτούς που υπάρχουν. Ο κόσμος κατασκευάστηκε σύμφωνα με τα αμετάβλητα πρότυπα, τα οποία γίνονται αντιληπτά με την λογική και την νόηση. Ένα βασικό χαρακτηριστικό της πυθαγόρειας ελληνικής διανόησης, είναι ο καθορισμός της δομής ενός αντικειμένου με όρους λογικής και συμμετρίας.

Η αναλογία είναι ένας τρόπος να πούμε πως τα αντικείμενα διαφέρουν ή ομοιάζουν μεταξύ τους. Μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι η πλατωνική ψυχή είναι κατασκευασμένη με βάση την ομοιότητα και την αντίθεση, διατηρείται μάλιστα σε αρμονία, στηριγμένη σε γεωμετρικές λογικές.( «Τίμαιος»,34c-36d). Υπάρχουν επομένως μαθηματικοί όροι οι οποίοι εναλλάσσονται στην διεξαγωγή των αναγκαίων προσαρμογών.[6] Με τον παραπάνω τρόπο πραγματοποιείται ο διαχωρισμός και η αναγνώριση της ιδιαίτερης ταυτότητας των όντων.

Ο κόσμος μας επομένως είναι εικόνα κάποιου άλλου κόσμου. Ο δημιουργός ήταν αγαθός, και στον αγαθό κανένας φθόνος δεν γεννιέται ποτέ για τίποτε. Επειδή λοιπόν απουσίαζε ο φθόνος από αυτόν, θέλησε να γίνουν όλα όσο το δυνατό πιο όμοια με τον εαυτό του. Σκεπτόμενος δε κατέληξε ότι τίποτε από τα φύσει ορατά που δεν έχει λογική, δεν θα μπορούσε να αποτελέσει καλύτερο σύνολο από κάποιο άλλο που έχει λογική, επίσης συμπέρανε ότι είναι αδύνατο να υπάρξει λογικό χωρίς ψυχή σε κάποιο πράγμα. Με την σκέψη αυτή αφενός έθεσε την λογική μέσα στην ψυχή, αφετέρου την ψυχή μέσα στο σώμα, και δημιούργησε το σύμπαν έτσι ώστε να φτιάξει ένα σύμπαν που είναι από την φύση του το ωραιότερο και το καλύτερο. Κατά τον πιθανό αυτό συλλογισμό, πρέπει να παραδεχτούμε ότι αυτός ο κόσμος που πραγματικά έχει ψυχή, ζωή και λογικό, προήλθε από την πρόνοια του θεού.

Πράγματι ο κόσμος είναι με τέχνη κατασκευασμένος, ώστε να προσφέρει εκείνος στον εαυτό του σαν τροφή, το μέρος που είναι φθαρτό, και όλα του τα πάθη και όλες του οι ενέργειες, να παράγονται μέσα από τον ίδιο τον εαυτό του. Διότι ο δημιουργός του θεώρησε πολύ καλύτερο να έχει αυτάρκεια παρά να βρίσκεται στην ανάγκη εξωγενών παραγόντων. Κατασκεύασε το σώμα του κόσμου, λείο και ομοιογενές, απέχοντας ίσα σε όλα τα μέρη του από το κέντρο, ενιαίο και τέλειο, αποτελούμενο από τέλεια στοιχεία.

Αφού έβαλε μάλιστα στο κέντρο του την ψυχή, την άπλωσε σε όλη του την έκταση, και περικάλυψε με αυτήν εξωτερικά όλο του το σώμα. Ο Κόσμος υπάρχει ένας και μοναδικός, στρέφεται κυκλικά, είναι ικανός λόγω της αρετής του να υπάρχει από μόνος του, χωρίς να έχει ανάγκη από κάτι άλλο, αναγνωρίζει ο ίδιος τον εαυτό του και τον αγαπά αρκετά. Ο δημιουργός έπλασε την ψυχή προγενέστερα από το σώμα και μεγαλύτερη από αυτό, τόσο ως προς την ηλικία, όσο και ως προς την αρετή, για να κυριαρχήσει σαν δεσπότης σε αυτό που θα υποτάξει, και την συνέθεσε με τα εξής υλικά και με τον εξής τρόπο:από την ουσία που παραμένει αδιαίρετη και πάντοτε αμετάβλητη, από την ουσία που είναι διαιρετή και περιβάλλει τα σώματα, ενώ επειδή υπάρχει στον κόσμο η Ταυτότητα και η Διαφορά, συνέθεσε ενδιάμεσα μείγματα που αποτελούνται από το αδιαίρετο και το διαιρετό ακολουθώντας την ίδια αρχή.

Λαμβάνοντας έπειτα από τα τρία αυτά συστατικά συνέθεσε μία μορφή αναγκάζοντας την Διαφορά που είναι από την φύση της δύσμεικτη, να ενωθεί με την Ταυτότητα και στην συνέχεια με την κατεξοχήν Ουσία του σύμπαντος. Έχοντας φτιάξει λοιπόν ένα μείγμα από τρία συστατικά, το διένειμε ξανά σε όσα κομμάτια έπρεπε. Το καθένα τους κατά συνέπεια περιλαμβάνει την Ταυτότητα, την Διαφορά και την Ουσία. Η ψυχή επομένως βρίσκεται και στην αδιαίρετη και στην διαιρετή ουσία των σωμάτων.

Κατόπιν όλο αυτό το κατασκεύασμα το έσχισε κατά μήκος και το συνένωσε πάλι, ώστε να σχηματισθούν δύο κύκλοι:ένας εξωτερικός που αρμόζει στην φύση της Ταυτότητας και ένας εσωτερικός που αρμόζει στην φύση της Διαφοράς. Και κίνησε τον κύκλο του Ταυτού προς τα δεξιά και τον κύκλο του Διαφορετικού προς τα αριστερά.

Έδωσε μάλιστα την εξουσία στην περιφορά του Ταυτού, ομοιόμορφου και αδιαίρετου, καθώς αυτή μεν την άφησε μοναδική και άθικτη, ενώ την εσωτερική την έσχισε σε έξι σημεία, που αντιστοιχούν στα τρία διαστήματα της σειράς του δύο, και στα τρία διαστήματα της σειράς του τρία, δημιουργώντας έτσι επτά άνισους κύκλους. Οι τρείς κινούνται με την ίδια ταχύτητα, ενώ οι τέσσερις με διαφορετική ταχύτητα,η οποία υπακούει ως ταχύτητα κίνησης σε μία συγκεκριμένη σταθερή αναλογία. Ο δημιουργός κατόπιν τοποθέτησε το σύνολο του σώματος στο εσωτερικό της ψυχής, προσαρτώντας το κέντρο του ενός στο κέντρο της άλλης.

Η διαπλοκή της ψυχής, από το κέντρο του κόσμου ως την εξωτερική επιφάνεια του έσχατου ουρανού είναι τέτοια που, καθώς άρχισε να περιστρέφεται μέσα στα όριά της, έδωσε θεϊκή αφετηρία στην ατέρμονη έλλογη ζωή που καλύπτει την έννοια του χρόνου. Ενώ το σώμα έγινε ορατό η ψυχή έγινε αόρατη. Η ανθρώπινη ψυχή αποτελείται από δύο ειδών ουσίες, μία υλική και μία πνευματική. Εκείνο που της δίνει την ικανότητα να σκέπτεται είναι η διάνοια, αιθερική ουσία, η οποία διαχέεται σε όλα τα πράγματα και τις μορφές του κόσμου.

Χάρη στο κοινό αυτό στοιχείο, μπορεί ο άνθρωπος να λαμβάνει γνώση του κόσμου που τον περιβάλλει. Όταν γεννιέται ο άνθρωπος η διάνοια του δεν έχει περιεχόμενο, είναι άγραφος χάρτης. Αλλά όταν έρχεται σε επαφή με τον εξωτερικό κόσμο μέσω των αισθήσεων, παρουσιάζονται ως ενεργά στοιχεία, οι τύποι των μορφών και αποτελούν πλέον το περιεχόμενο της διάνοιας, τα ουσιαστικά μόριά της. Η αιώνια φύση του προτύπου ήταν αδύνατο να μεταφερθεί αυτούσια στο γεννημένο σύμπαν. Σκέφθηκε λοιπόν ο δημιουργός να διαμορφώσει την κινητή εικόνα της αιωνιότητας.

Η κινούμενη ρυθμικά εικόνα της ακίνητης αιωνιότητας είναι ο χρόνος. Το παρελθόν και το μέλλον ως είδη του χρόνου, συνιστούν είδη κινήσεως και αναφέρονται στο γίγνεσθαι. Όμως αυτό που είναι αμετάβλητο και ακίνητο δεν αρμόζει στο πέρασμα του χρόνου να γίνεται πρεσβύτερο ή νεότερο. Ο χρόνος γεννήθηκε μαζί με τον ουρανό και θα διαλυθεί μαζί του αν χρειαστεί ποτέ να διαλυθεί. Η ψυχή του σύμπαντος κατανεμήθηκε με τέτοιο τρόπο ώστε να αντιστοιχεί μία ψυχή σε κάθε άστρο. Ανέβασε ο δημιουργός τις ψυχές σε ουράνιο σχήμα για να αποκαλύψει σε αυτές την φύση του σύμπαντος και τους νόμους της ειμαρμένης.


Προγραμμάτισε μία και μοναδική πρώτη γέννηση για να διασφαλίσει την ίση μεταχείριση όλων των ψυχών. Οι ψυχές οφείλουν να φυτευτούν στο κατάλληλο όργανο του χρόνου, [7]και να δώσουν ζωή στο πιο θεοσεβές έμβιο ον ,δηλαδή τον άνθρωπο, που μόνος από όλα τα έμβια όντα λατρεύει τους Θεούς. Όποιος ζήσει σωστά τον χρόνο που του αναλογεί θα επιστρέψει στην έδρα του συγγενούς του άστρου και θα ζήσει εκεί ευτυχισμένη ζωή.

ΦΩΤΕΙΝΗ ΚΑΚΟΓΙΑΝΝΟΥ