8/2/16

Ελληνικές λέξεις στην αγγλική γλώσσα emphasis (έμφασις)

 Εmphasis
(έμφασις)




Έμφαση,
Ο ιδιαίτερος τονισμός λέξεων ή φράσεων που ο ομιλητής θέλει
το ακρωτήριο του να προσέξει ιδιαίτερα.

< έμφασις τονισμός
emphasize (εμφασάιζ) δίνω έμφαση, τονίζω, δηλώνω εμφαντικά.
emphatic (εμφάτικ) εμφαντικός, κατηγορηματικός
emphatically - emphaticalness (εμφατίκαλνες) 
εμφατικότητα.



Επιλέγει η Κ.Β





Ομάδα facebook: ''Ελληνική Γλώσσα''
https://www.facebook.com/groups/214973539870/?fref=ts