27/10/14

Ο Επίκουρος στηριζόµενος στη θεωρία των πρώτων Ιώνων υλιστών αντιπαρατίθεται στην ιδεαλιστική φιλοσοφία.....



Ο Επίκουρος στηριζόµενος στη θεωρία των πρώτων Ιώνων υλιστών αντιπαρατίθεται στην ιδεαλιστική φιλοσοφία. Με αυτόν έχουµε τη νέα εµφάνιση και εξέλιξη του ατοµιστικού υλισµού, µετά την πρώτη εκδοχή της ατοµικής υλιστικής φιλοσοφίας από το Λεύκιππο και το ∆ηµόκριτο. Επηρεασµένος από τις φιλοσοφικές θεωρίες των προηγούµενων αιώνων προχωρεί στην αταλάντευτη διασάφιση και ισχυροποίηση των θέσεων του, ακολουθώντας µε συνέπεια την υλιστική θεώρηση του πραγµατικού. Στο δεύτερο κεφάλαιο κρίνεται απαραίτητο να αναφερθεί η σωκρατική περίπτωση, και τούτο, διότι ο ίδιος ο Επίκουρος µοιράζεται τις ανησυχίες του (µε το Σωκράτη) στον τρόπο που κατανοεί τη φιλοσοφία στη µετακλασική περίοδο. O Kήπος υιοθετεί µία νέα αντίληψη της χρησιµότητας της φιλοσοφίας εν µέσω των διαβρωτικών καταστάσεων εκείνης της περιόδου και συµβάλλει σε µία εκ νέου επαναβεβαίωση των σωκρατικών θέσεων, της καθαρής ανθρωπολογικής προοπτικής, δηλαδή χωρίς υπερβατικές αναγωγές της ανθρώπινης ύπαρξης. Η διδασκαλία του Σωκράτη καταδηλοί την εκ νέου ανασύνθεση της ελληνικής φιλοσοφικής παράδοσης, τη στροφή προς το υποκείµενο, και µία ενσυνείδητη επανατοποθέτηση της φύσης και του ρόλου της φιλοσοφίας. Και ο φιλόσοφος της ελληνιστικής περιόδου, ο Επίκουρος, εσκεµµένα προσεγγίζει το Σωκράτη. Ο Επίκουρος εισήγαγε την ηθική του θεωρία εν µέσω αυτών των εξελίξεων, και ο σωκρατικός στοχασµός ανιχνεύεται στη φιλοσοφική διδασκαλία του Επίκουρου. Η σωκρατική αρχή της φιλοσοφίας καθίσταται το ίδιο το ιδεατό στοιχείο, στην άµεση µορφή του, δηλαδή το υποκειµενικό πνεύµα, το οποίο γνωρίζει ότι εγκλείει το ιδεατό στοιχείο, και εκφράζεται µέσω εννοιολογικώναποφάνσεων, όπου ό,τι είναι αυτοτελώς προσδιορισµένο τίθεται από αυτές ως µέτρο (κρίσεως). εν τούτοις όλα αυτά παραµένουν ένα δέον του πραγµατικού. Το δέον του πραγµατικού αποτελεί και το δέον του υποκειµένου, το οποίο απέκτησε συνείδηση του ανωτέρω ιδεατού στοιχείου, εφόσον το ίδιο ευρίσκεται εντός του πραγµατικού και το πραγµατικό γύρω του είναι δικό του (του ιδεατού στοιχείου). Κατά πρώτον καθώς το ιδεατό στοιχείο της ουσίας προσχωρεί στο υποκειµενικό πνεύµα, αποσχιζόµενο από αυτό, αποτελεί µία αποσκίρτηση από τη ζωή της ουσίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η προσδιοριστία αυτού του υποκειµένου αποτελεί για το Σωκράτη µία αλλότρια δύναµη, της οποίας καθίσταται φορέας χωρίς να το αντιλαµβάνεται: το δαιµόνιο (Hegel-Marx). Στη συνέχεια η εργασία εξετάζει κατά πρώτον την ηθική του Επίκουρου, και τούτο διότι η ηθική εσωτερικά συνδέεται µε τη γνώση και τη φυσική. ∆υνάµει αυτής της προσέγγισης και µε κύριο στόχο την ανάδειξη της αυτονοµίας µέσα από την επικούρεια φιλοσοφία, η παρούσα µελέτη προχωρεί ερευνητικά ως εξής: Στο τρίτο κεφάλαιο, θέτει στο ερευνητικό της πεδίο τον τελικό σκοπό της ηθικής φιλοσοφίας, µιας φιλοσοφίας µ ε καθαρά ανθρωπολογικό χαρακτήρα: τη διατύπωση και διασφάλιση εκείνων των αναγκαίων όρων που θα συµβάλλουν στην πραγµάτωση του φυσικού και ανώτατου σκοπού του, τέλους, της ηδονής, τoυ summum bonum, της ἀταραξίας και της συνακόλουθης µε αυτήν αυτονοµίας. Για να συµβεί όµως αυτό, ως ανώτατος σκοπός πρέπει να τεθεί µία κατάσταση µακαριότητας, ευδαιµονίας. Και αυτή επιτυγχάνεται µ ε την επικούρεια ηδονή, η οποία δεν υφίσταται µόνη της, αλλά συστρατεύεται µε την ελευθερία, και δε θα ήταν υπερβολή να λεχθεί ότι η ηδονή αποτελεί µία πράξη ελευθερίας. Εξετάζεται συγκεκριµένα: Α. Η καταστηµατική ηδονή, η οποία αποτελεί το τέλος του σοφού. Η ηδονή αυτή λειτουργεί ως κριτήριο για κάθε πράξη επιλογής ή απόρριψης. Η συνειδητή ανθρώπινη πράξη καθορίζεται από την ορθή και σε βάθος κατανόηση και ερµηνεία της φύσης. Η δε ηδονή, ως κριτήριο της ανθρώπινης δράσης, υποδηλοί την επιπλέον διάσταση της συνείδησης και της ελεύθερης βούλησης, συστατικών που καθορίζουν τον τόπο της αυτονοµίας. Παράλληλα, είναι και ένας κανών, µέτρον µε το οποίο κρίνεται κάθε αγαθόν. Στη θεωρία της γνώσεως και της ηδονής, κριτήριο του summum bonum είναι η αισθητηριακή αντίληψη. Β. Η εν κινήσει ηδονή και ποια είναι η σχέση µεταξύ της εν κινήσει και της καταστηµατικής ηδονής. 

Γ. Η ταξινόµηση των επιθυµιών σε τρία επίπεδα: όλες οι επιθυµίες, κατά τον Επίκουρο, είναι είτε φυσικές και αναγκαίες, είτε φυσικές αλλά µη αναγκαίες ή µη φυσικές και µη αναγκαίες. Πώς νοείται όµως η παρέγκλισις στα πλαίσια της ηθικής φιλοσοφίας του Επίκουρου; Η παρέγκλισις λαµβάνει χώρα ως πηγή της ανθρώπινης ελευθερίας: συµπλέει µε την ελευθερία της βούλησης µέσα σε µία γλωσσική κοινότητα, που επιβάλλει η χρήση της κοινής φυσικής γλώσσας. H διεργασία αυτή στη συνέχεια νοηµατοδοτεί το πλαίσιο της φιλοσοφικής αναζήτησης. Με την αρχή της ηδονής ενισχύονται οι πράξεις σε συνειδητή και βουλητική σφαίρα, µε αποτέλεσµα να γίνονται πραγµατικά εκούσιες και εν µέρει ελεύθερες πράξεις της ανθρώπινης βούλησης. ∆. Η ηδονή δρα ως κριτήριο για κάθε πράξη πρόσθεσης ή αφαίρεσης. Η συνειδητή ανθρώπινη πράξη προσδιορίζεται από την ορθώς και σε βάθος ερµηνεία της φύσης. Η δε ηδονή, ως κριτήριο της ανθρώπινης δράσης, υποδηλοί την επιπλέον διάσταση της συνείδησης και της ελεύθερης βούλησης, στοιχείων που ορίζουν την τοπική της αυτονοµίας. Συγχρόνως, αποτελεί και ένα µέτρον µε το οποίο κρίνεται κάθε αγαθόν. Ε. Η ηδονή, η οποία οδηγεί στην ευδαιµονία, είναι άρρηκτα δεµένη µε τις αρχαιοελληνικές αρετές: Τη σοφία , την ἐγκράτεια , την ἀνδρεία και τη δικαιοσύνη. Για τον Επίκουρο, οι αρετές αυτές δεν νοηµατοδοτούνται έξωθεν, ή αφ’ εαυτών, αλλά από την ηδονή η οποία δηµιουργείται και ολοκληρώνεται µέσα στον άνθρωπο. Ζ. Η αρετή στον Επίκουρο δεν αποτελεί τέλος, αλλά µέσον προς ένα τέλος: δεν αποτελεί τίποτε το καθ’ εαυτό, αλλά δύναται επωφελώς να συµβάλει στο ουσιαστικό τέλος της ηδονής. Σε ηθικό επίπεδο, κατά την επικούρεια προσπάθεια επίτευξης της ηδονής, της ἀταραξίας , ο επικούρειος άνθρωπος συνειδητοποιεί την αυτονοµία του. Ελευθερώνεται από τον πόνο, τη λύπη και τη διαφορά και απαλλάσσεται από τα πάθη εν γένει. Η συνείδηση της αταραξίας αποτυπώνει την καθοριστική πτυχή της επικούρειας αυτονοµίας, ελευθερίας. Στο πρώτο κεφάλαιο του Β΄ µέρους η εργασία προχωρεί στη διερεύνηση της φυσικής του Επίκουρου, η οποία συνδέεται µε το ρόλο και τη λειτουργία της ηθικής φιλοσοφίας. ∆ε βλέπει, δηλαδή, ο Επίκουρος τη γνώση της φύσης ως αυτοσκοπό, παρά ως µ ία θεώρηση-λειτουργία, η οποία εντάσσεται στην προσπάθεια προσέγγισης της ανώτερης ηθικής στόχευσης. Μέσα από την ερµηνεία του φαινόµενου κόσµου προβαίνει στην κοινωνικοποίηση της φύσης, διότι
και µέσα από αυτήν η σκοποθέτησή του είναι µία και αδιαίρετη. H ανάδειξη του µ ακαρίως ζῆν , της ἀταραξίας, της αυτοσυνειδησίας, της αυτονοµίας του ανθρώπου και όχι η γνώση της φύσης καθ’ εαυτήν. Ειδικότερα, το κεφάλαιο αυτό εξετάζει: Α. Τη διαφορά στις θεωρητικές απόψεις του ∆ηµόκριτου και του Επίκουρου ως προς το υπάρχον της γνώσης και της αλήθειας του πραγµατικού, το οποίο πραγµατώνεται στη διαφορετικότητα της επιστηµονικής πρακτικής των δύο αυτών φιλοσόφων. Στην αρχή του ∆ηµόκριτου, (άτοµα-κενό), η οποία δεν υφίσταται στον κόσµο του αισθητού, ο Επίκουρος αντιπαραβάλλει τον κόσµο της αισθητηριακής αντίληψης, ο οποίος αποτελεί υποκειµενική επίφαση και θεωρείται αυθύπαρκτα πραγµατικός. Ο ∆ηµόκριτος αποδέχεται την κατηγορία της αναγκαιότητας ( εἱ µ αρ µ ένην ), ενώ ο Επίκουρος την κατηγορία της τυχαιότητας, και η διαφορά αυτή έχει ως συνέπεια τον τρόπο ερµηνείας των επιµέρους φυσικών φαινοµένων. Η φύση, που διέπεται από το πεπερασµένο, δηλαδή την αναγκαιότητα, καταδεικνύεται ως σχετική αναγκαιότητα, ως ντεντερµινισµός. Η σχετική αναγκαιότητα συνάγεται µόνον από την πραγµατική δυνατότητα, µε την παρέµβαση των οποίων ενεργεί η ανωτέρω αναγκαιότητα. Η πραγµατική δυνατότητα αποτελεί την αναλυτική εκφορά της σχετικής αναγκαιότητας. Αυτήν ακριβώς χρησιµοποιεί ο ∆ηµόκριτος. Β. Την παρέγκλισιν-ελευθερία βούλησης και πράξης. Ο Επίκουρος αταλάντευτα προχωρεί προς την τοπική της αυτοσυνειδησίας και της συναφούς µ’ αυτήν αυτονοµίας, καταλύοντας κάθε µορφή τελεολογίας. Συγκεκριµένα, η σχετική ύπαρξη, η οποία αντιπαρατίθεται στο άτοµο, η συγκεκριµένη παρουσία, την οποία αυτό πρέπει να αρνηθεί, είναι η ευθεία γραµµή. Η µη αποδοχή αυτής της κίνησης είναι µία άλλη κίνηση, η παρέγκλισις του ατόµου από την ευθεία γραµµή. Το άτοµο είναι αυτοτελές σώµα, τα οποίο κινείται σε πλάγια γραµµή. Κατά συνέπεια, η πτωτική ευθεία κίνηση καταδηλοί την έλλειψη αυτοτέλειας του ατόµου-σηµείου, η δε η αφηρηµένη ατοµικότητα είναι η ελευθερία από τη σχετική-συγκεκριµένη ύπαρξη και όχι η ελευθερία µέσα στην ίδια την ύπαρξη. ∆εν δύναται, δηλαδή, να δράσει εντός των πλαισίων της ύπαρξης. Η παρέγκλισις καταδηλοί την οδό του ανθρώπου προς την αυτοπροσδιοριστία, την απόκτηση µίας αυτονοµίας, µίας ελευθερίας µε όλες τις ανθρωπολογικές της διαστάσεις. Γ. Την κοσµολογία, τη θεωρία των µετεώρων (την ψυχή της επικούρειας φυσικής φιλοσοφίας) στην οποία θα παρουσιαστεί µε σαφήνεια ότι τίποτε δεν είναιενιαίο και αδιαίρετο, εποµένως αιώνιο και θείο, αν υπερβαίνει τα όρια της φυσιολογίας και οδηγεί στο σκότος του µύθου. Ο Επίκουρος δεν αντιµετωπίζει µε φόβο και σεβασµό τα ουράνια σώµατα, δεν αποδέχεται ότι υπάρχει αδήριτη αναγκαιότητα, που διέπει δήθεν την πορεία των ουρανίων σωµάτων, και υιοθετεί την πολλαπλώς ερµηνεία: Η µελέτη των φυσικών φαινοµένων έχει υψίστη σηµασία για τους επικούρειους, διότι και καθιστά τον άνθρωπο κύριο των πράξεων του στην απελευθέρωση από τους φόβους, στην ἀταραξία , την αυτονoµία. Στο δεύτερο κεφάλαιο αναδεικνύεται η κύρια στόχευση του Επίκουρου: να προσεγγίσει το ύψιστο αγαθό, το τέλος, την αταραξία, την αυτονοµία του ανθρώπου, η οποία επιτυγχάνεται µέσω της επικούρειας επαγγελίας της αποδοχής του φόβου του θανάτου, της παραδοχής δηλαδή της θνητότητας: Α. α. «Ὁ θάνατος οὐθὲν πρὸς ἡµᾶς». Ο Επίκουρος, µέσω της οντογνωσιολογίας, καταδεικνύει ότι θάνατος είναι η άρνηση της ζωής. Η ζωή προϋποθέτει αντίληψη, αίσθηση, συναίσθηµα και συνείδηση. O θάνατος σηµαίνει την πλήρη απουσία τους. β. ∆εν υπάρχει θάνατος στη ζωή– µόνο πόνος. Ακόµη κι αν ήταν επώδυνη η στιγµή του θανάτου, η προσµονή µίας οδυνηρής κατάστασης είναι, για τον Επίκουρο, ανόητη. γ. Η ίδια η θνητότητα πρέπει να αντιµετωπίζεται µε φιλοσοφική διαύγεια, «όταν ο θάνατος είναι παρών, εγώ δεν είµαι πια παρών», ώστε να καθίσταται πηγή δύναµης και απελευθέρωσης. B. Ψυχή-διάνοια και σώµα. Η αποδοχή της αθανασίας είναι για τον Επίκουρο κενή και µάταιη. «Τίποτε δεν ακολουθεί το είναι, παρά µόνο το µη είναι». Η σύσταση, η φύση της ψυχής αποδεικνύει ότι η ζωή δεν είναι αέναη και ότι ο θάνατος είναι προδιαγεγραµµένος. α. Καταδεικνύεται η ατοµική σύνθεση της ψυχής. Η απόδειξη της υλικότητας και της θνητότητας της ψυχής και του νου µέσω και της ανυπαρξίας της αίσθησης µετά θάνατον έχει τεράστια σηµασία, κατά την επικούρεια φιλοσοφία, διότι αποτελεί έναν από τους κυριότερους φόβους, που παρακωλύουν την κατάκτηση της αταραξίας, της αυτονοµίας. β. Ο Eπίκουρος προχωρεί στη διαίρεση της ψυχής στην ψυχήν, την άλογη, mindless ζωή (anima) και στο λογικόν, τη διάνοια (animus). Και οι δύο είναι δοµηµένες από τους τέσσερεις (ή τρεις) τύπους των ατόµων της ψυχής, αλλά η animus εστιάζεται στο στήθος.

Φωτεινή Κακόγιαννου