11/1/14

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ-ΠΡΟΙΣΤΟΡΙΑ (ΘΗΣΕΑΣ)




Ο ΘΗΣΕΑΣ (1.300 π .χ περίπου), ήταν γιος του βασιλιά της Αθήνας, Αιγέα και της Αίθρας. Ανετράφη από τον παππού του, τον Πιτθέα της Τροιζηνίας, και σε ηλικία δεκαέξι ετών, αφιέρωσε τους βοστρύχους των μαλλιών του στον Δήλιο Απόλλωνα. Ο ηλικιωμένος πατέρας του δεν είχε αποκτήσει παιδιά και όταν συμβουλεύτηκε το μαντείο των Δελφών, έλαβε ένα ακατανόητο χρησμό και για να το εξηγήσει, επισκέφθηκε τον Πιτθέα, βασιλιά της Τροιζηνίας, φημισμένο για την σοφία του. Ο Πιτθέας, αφού τον μέθυσε τον έβαλε να κοιμηθεί με την κόρη του Αίθρα, η οποία έμεινε έγκυος. Όταν ο Αιγέας έφυγε, άφησε πίσω το ξίφος του και ένα ζευγάρι σανδάλια, κάτω από ένα βράχο και είπε στην Αίθρα, αν το παιδί είναι αγόρι και γίνει έφηβος, να σηκώσει τον βράχο και αφού πάρει το ξίφος και τα σανδάλια, να έλθει στην Αθήνα.

Όταν ο Θησέας έγινε δεκαέξι χρόνων, η μητέρα του τον οδήγησε στον βράχο, τον οποίο σήκωσε με ευκολία και αφού πήρε τα δώρα του πατέρα του, ξεκίνησε για να τον βρει. Στο ταξίδι του για την Αθήνα, είχε μια σειρά από περιπέτειες, οι οποίες ήταν όλες νικηφόρες. Όταν ο Θησέας έφθασε στην Αθήνα, η Μήδεια, η γυναίκα του Αιγέα, υποψιαζόμενη ποιος ήταν, έπεισε τον Αιγέα να τον προσκαλέσει σε δείπνο, με σκοπό να τον δηλητηριάσει. Ο πατέρας του όμως τον αναγνώρισε εγκαίρως, από το ξίφος που είχε μαζί του και εξόρισε την Μήδεια και τον γιο της, στην Ασία.

ήταν ο πρώτος κοινωνικός μεταρρυθμιστής της Αθήνας. Στα χρόνια του, η Αττική αποτελείτο από δώδεκα πόλεις, που η κάθε μία είχε τον δικό της κυβερνήτη, και οι οποίες συχνά βρισκόταν σε διαμάχη μεταξύ τους. Ο Θησέας ένωσε τις πόλεις (συνοικισμός) και μετ' ονόμασε την πόλη της Αθήνας, Αθήναι, για να σημαίνει την ένωση των δώδεκα πόλεων. Για να εορτάσει αυτό το γεγονός, καθιέρωσε την εορτή της ενώσεως των φυλών (συνοικία ή μετοίκια) και τα Αθήναια, την εορτή που είχε καθιερώσει ο Εριχθόνιος, την μετ' ονόμασε Παναθήναια, ένας εορτασμός για την καινούργια Αθήνα.

Διένειμε τον πληθυσμό σε τρεις τάξεις: τους Ευπατρίδες, Γεώμορους και Δημιουργούς. Οι Ευπατρίδες ήταν οι πλούσιοι και μορφωμένοι άνθρωποι, οι κυβερνήτες, στρατηγοί, ιερείς, κλπ. Οι Γεώμοροι ήταν οι αγρότες και οι Δημιουργοί, οι τεχνίτες. Και οι τρεις τάξεις είχαν τα ίδια δικαιώματα. Έκοψε νομίσματα, με την εικόνα ενός ταύρου χαραγμένη πάνω τους, τα ονομαζόμενα δεκάβοια ή εκατόβοια, έχοντας την αξία δέκα ή εκατό βοδιών.

Ο Θησέας πήρε επίσης μέρος και στην Αργοναυτική εκστρατεία και πολέμησε με τον Ηρακλή εναντίον των Αμαζόνων. Μεγάλωσε την περιοχή της Αθήνας, καταλαμβάνοντας τα Μέγαρα και έφθασε μέχρι τον Ισθμό της Κορίνθου, όπου και καθιέρωσε τις γιορτές, τα Ίσθμια.

Ο Μενεσθέας, ο αντίπαλος του Θησέα, βρήκε την ευκαιρία να καταστρέψει την δημοτικότητα του με τον λαό, όταν ο Θησέας έλλειπε από την Αττική, για να βοηθήσει τον φίλο του Πειρίθο. Τον ίδιο καιρό, ο Κάστωρ και ο Πολυδεύκης εισέβαλλαν στην Αττική, με σκοπό να ελευθερώσουν την αδελφή τους Ελένη, την οποία ο Θησέας είχε απαγάγει από την Σπάρτη. Ένας φίλος του Μενεσθέα, ο Ακάδημος, ο οποίος είχε κήπους εκεί που αργότερα δημιουργήθηκε η Ακαδημία, είχε φανερώσει στους Διόσκουρους, το μέρος που ο Θησέας την είχε κρύψει, στις Αφιδνές. Μαζί με τους Διόσκουρους πολέμησε εναντίον των Αθηναίων και ο στρατηγός Μάραθος, από την Αρκαδία. Η τοποθεσία που σκοτώθηκε σε μάχη, ονομάσθηκε Μαραθών. Όταν ο Θησέας επέστρεψε, κατάλαβε ότι ο λαός δεν ήταν διατεθειμένος πλέον να τον ακούσει και να τον τιμήσει και έτσι, άφησε τους γιους του υπό την προστασία του Ελεφένωρα στην Εύβοια και έφυγε για το νησί της Σκύρου.

Δολοφονήθηκε ύπουλα από τον φίλο του, βασιλιά της Σκύρου, Λυκομήδη, ο οποίος τον έριξε από ένα απόκρημνο βράχο. Τα λείψανα του μεταφέρθηκαν από τον Κίμωνα το 475 π.Χ., από την Σκύρο στην Αθήνα και ετάφησαν στο νότιο δυτικό τμήμα της Αγοράς. Πλησίον του, δύο θάλαμοι διακοσμημένοι από τους ζωγράφους Μήκωνα και Πολύγνωτο, χρησιμοποιούντο για να δειπνούν προς τιμήν του. Ο Δωρικός ρυθμός ναός του Ηφαίστου και της Αθηνάς Εργάνης ή Θησείο, το οποίο ευρίσκεται στο δυτικό μέρος της Αγοράς, στο λόφο του Αγοραίου Κολωνού, κτισμένο από τον αρχιτέκτονα Ικτίνο πριν από τον Παρθενώνα (449-440 π.Χ.), απεικονίζει τα κατορθώματα του Θησέα, στις μετόπες και το διάζωμα.

Ο Μενεσθέας αργότερα έγινε διοικητής των Αθηναϊκών στρατευμάτων, στην Τροία. Αν και γύρισε σώος από τον πόλεμο, ο Μενεσθέας δεν επέστρεψε στην Αθήνα και οι Αθηναίοι έφεραν πίσω τους γιους του Θησέα, Δημοφόωνα, Οξυνία, Αφείδα και Θυμαέτη, οι οποίοι κυβέρνησαν την Αθήνα διαδοχικά για τα επόμενα εξήντα χρόνια.

Όταν οι Δωριείς εισέβαλλαν στην Πελοπόννησο, εξανάγκασαν τον Μέλανθο και την οικογένεια των Νηλείδων από την Πύλο, να εγκαταλείψουν το βασίλειο τους και να βρουν καταφύγιο στην Αθήνα. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος ανάμεσα στην Αθήνα και την Εύβοια, για τα σύνορα της Οινόης, ο βασιλιάς της Βοιωτίας, Ξάνθος, προκάλεσε τον Θυμαέτη σε μονομαχία. Όταν ο Θυμαέτης αρνήθηκε να δεχθεί, ο Μέλανθος πήρε την θέση του και πολεμώντας με δεξιοτεχνία, σκότωσε τον αντίπαλο του. Μετά από αυτό το συμβάν ο Θυμαέτης παραιτήθηκε και ο Μέλανθος έγινε βασιλιάς

Επιλέγει η Κατερίνα Βάχου, Molana Room