15/12/16

Οι Ήρωες που δεν γνωρίσαμε! Δημήτριος Μισύρης!




Οι Ήρωες που δεν γνωρίσαμε


Ξημερώνοντας 28η Οκτωβρίου και πριν ακόμη λήξει χρονικά το τελεσίγραφο, που οι ίδιοι οι Ιταλοί είχαν θέσει στην Ελλάδα, ολόκληρο το Αλβανικό μέτωπο αρχίζει να βάλλεται από το Ιταλικό πυροβολικό. Με το ξημέρωμα οι Ιταλικές δυνάμεις εξαπολύουν γενική επίθεση και σε κάποια σημεία του μετώπου οι Ελληνικές δυνάμεις υποχωρούν συντεταγμένα σε προκαθορισμένες γραμμές αμύνης. Φυσικό είναι από την επίθεση των Ιταλών να μη εξαιρεθείται το μέτωπο της Πίνδου, όπου την επίθεση είχε αναλάβει σαν ανεξάρτητο συγκρότημα υπαγόμενο απευθείας στην Ανώτατη Διοίκηση των Ιταλικών Δυνάμεων Αλβανίας με επικεφαλής τον αντιστράτηγο Σεβαστιανός Βισκόντι Πράσκα, η επίλεκτη 3η Μεραρχία Αλπινιστών "Τζούλια" υπό τον υποστράτηγο Μάριο Τζιρόττι, δύναμης περίπου 10.800 ανδρών, που μεταφερθείσα στην Αλβανία τον Απρίλιο του 1939 ανέμενε την εν λόγω στιγμή.

Το Ιταλικό σχέδιο προέβλεπε η επίθεση να λειτουργήσει σε δύο σκέλη, όπου ενεργώντας παράλληλα και συγκλίνοντας υπό μορφή δαγκάνας να καταλάβει τα Μέτσοβο. Γιατί το Μέτσοβο; Για τον απλούστατο λόγο, ώστε να τους δοθεί η ευκαιρία να αποκόψουν την στρατηγικής σημασίας οδό ‘’Λάρισα –Ιωάννινα’’, να υπερφαλαγγίσουν τις Ελληνικές δυνάμεις Ηπείρου, να τις αποκόψουν από εκείνες της Δυτικής Μακεδονίας και εύκολα πλέον να κατευθυνθούν προς Ιωάννινα και Λάρισα, ώστε να αποκόψουν στα δύο την Ελλάδα.

Επί τρεις ημέρες οι Ιταλοί Αλπινιστές -έστω και με δυσκολία- λόγω της Ελληνικής αντιστάσεως και του κακοτράχαλου εδάφους της Πίνδου, προωθούνται και καταλαμβάνουν Ελληνικά εδάφη και μικρές κωμοπόλεις.
Στο σημείο αυτό θα αφήσουμε τον Αντιστράτηγο ε.α Νικόλαο Κολόμβα, αλλά και την Ιστορία του ΓΕΣ να μας διηγηθούν τα περιστατικά που έλαβαν χώρα τις πρώτες ημέρες του Ελληνο-Ιταλικού πολέμου με γλαφυρότητα και στρατιωτική ακρίβεια, για να ξαναζήσουμε μεγάλες στιγμές του Ελληνισμού, που όσα χρόνια κι αν περάσουν δεν θα σβήσουν –και δεν πρέπει να σβήσουν- από το μυαλό μας:

Από την άμυνα στην επίθεση
‘’Έναντι της ιταλικής "Τζούλια" βρισκόταν το ελληνικό Απόσπασμα Πίνδου, υπαγόμενο αρχικά στο Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας (αντιστράτηγος Ιωάννης Πιτσίκας), υπό τον έφεδρο εκ μονίμων συνταγματάρχη Κωνσταντίνο Δαβάκη, αναλαβόντα τη διοίκησή του από τις 28/8/1940.

Το Απόσπασμα Πίνδου ή Δαβάκη κάλυπτε με "αραχνοΰφαντη" αμυντική διάταξη τη γραμμή Σμόλικας - Σταυρός ¬Γράμμος, αναπτύγματος σε τοπογραφική απόσταση 35km περίπου (στην πραγματικότητα ήταν υπερδιπλάσια) με αποστολή τη σύνδεση και την εξασφάλιση των πλευρών των δυνάμεων Ηπείρου - Δυτικής Μακεδονίας και τη διατήρηση, πάση θυσία, του κόμβου του Μετσόβου.Ήταν καταφανής η συντριπτική υπεροχή των Ιταλών σε προσωπικό και μέσα, όπως και η πλημμελής κάλυψη, από τις ελληνικές δυνάμεις του τεράστιου τομέα της Πίνδου.

ΔΙΕΞΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ
Οι εισβολείς, με ελαφρό φόρτο και εφο­διασμένοι με "ξηρά τροφή" πέντε ημερών για τους άνδρες και τεσσάρων για τα κτήνη, άρχι­σαν, πριν ξημερώσει η 28η Οκτωβρίου κινού­μενοι πεζοί να "κτενίζουν" τη βόρεια και την κεντρική Πίνδο, ανατρέποντας εύκολα ή δύσκολα τις κατά πολύ ασθενέστερες ελληνικές δυνάμεις. Το Γενικό Στρατηγείο παραδέχτηκε ότι το βράδυ της 31/10/1940 " ...επί της Πίνδου ουδέν φίλιον τμήμα υπήρχεν, ίνα αντιτάξει αντίστασιν εις τον εχθρόν, πλήν του μόλις αφιχθέντος εις Επταχώριον Τάγματος. Επρόκειτο για το ΙΙΙ Τάγμα του Αποσπάσματος Πίνδου. Προ της διαγραφόμενης θανάσιμης απειλής κινητοποιήθηκαν άμεσα κοντινές και μακρινές, ετερόκλητες και ημιεπιστρατευμένες μονάδες. Η κινητοποίηση προσέλαβε τη μορφή γενικού συναγερμού και συνήγειρε και τον τελευταίο στρατιώτη, αλλά και τους κατοίκους της περιοχής.Οι δυνάμεις του Αποσπάσματος Πίνδου υπήχθησαν από τις 16:ΟΟ της 30ής Οκτωβρίου" στην Ι Μεραρχία Πεζικού υπό τον υποστράτηγο Βασίλειο Βραχνό. Εκείνος έτρεξε στο Επταχώρι με μέρος του επιτελείου του (οι μονάδες της Μεραρχίας συνέχιζαν την επιστράτευσή τους στη Λάρισα) και πήρε άμεσα και δραστικά μέτρα. Έσπευσε να αναδιοργανώσει, τα διασκορπισθέντα τμήματα και να τονώσει το φρόνημά τους, ακολούθως δε προέβη στην ανάληψη επιθετικών πρωτοβουλιών για να ανατρέψει τη μέχρι τότε δυσμενή έκβαση τώv επιχειρήσεων και να ανακόψει τον χείμαρρο των αλπινιστών, μέχρι να φθάσουν ενισχύσεις που στέλνονταν στην Πίνδο με κάθε μέσο. Συγκρότησε ταχύτατα τρεις ενισχυμένες διλοχίες, τη "βόρεια" υπό τον αντισυνταγματάρχη Δημήτριο Μισύρη, την "κεντρική" υπό τον συνταγματάρχη Κωνσταντίνο Δαβάκη και τη "νότια" υπό τον ταγματάρχη Ιωάννη Καραβία, και διέταξε την εκτέλεση αν στοίχων τοπικών αντεπιθέσεων από το πρωί της 1ης Νοεμβρίου.

Η τιμή της πρώτης εκτοξευθείσας αντεπίθεσης ανήκει στον Ανχη Δ. Μισύρη.

Η διαταγή που εκδόθηκε από την Ι Μεραρχία στις 22.30 της 31ης Οκτωβρίου και επιδόθηκε στις 04.00 της επομένης, προέβλεπε: το Απόσπασμα Μισύρη (δύο λόχοι, ίλη ιππικού, δυο διμοιρίες πολυβόλων και ουλαμός πυροβολικού) να κινηθεί στις 07.30 της 1ης Νοεμβρίου στην κατεύθυνση Πρίασπος – Λυκορράχη - Οξυά και να καταλάβει διαδοχικά τις γραμμές Άνω Αρένα - Μούκο - Πάτωμα και Κιάφα -Σταυρός - Οξυά - Πυρσόγιαννη.

Η διλοχία αυτή, προϊδεασμένη για την αποστολή της, είχε ξεκινήσει από το Επταχώρι στις 16.00 τις 31ης Οκτωβρίου κάτω από ακατάπαυστη βροχή και δριμύτατο ψύχος. Η καρροποίητη οδός προς Πρίασπο ήταν σε κακή κατάσταση κυρίως από τις βροχοπτώσεις και οι άνδρες, όπως και τα κτήνη, προχωρούσαν με μεγάλη δυσκολία βυθιζόμενοι βαθιά μέσα στη λάσπη. Κατά τις πρώτες μεταμεσονύκτιες ώρες έφθασαν στον Πρίασπο, όπου συνάντησαν την ίλη ιππικού (ίλαρχος Γεωργιάδης) η οποία είχε προαποσταλεί και συνέχισαν προς Λυκορράχη, όμως ο ουλαμός πυροβολικού (υπoλoxαyός Μπούκουρης) αναγκάσθηκε λόγω της κακής κατάστασης του δρόμου να διανυκτερεύσει καθ' οδόν και έφθασε στη Λυκορράχη μόλις στις 14.00 της επομένης, για να λάβει μέρος στην εξελισσόμενη μάχη.’’
Εδώ να σημειώσουμε, πως η Λυκορράχη βρίσκεται σε υψόμετρο 1557 μέτρα.

Ας παρακολουθήσουμε όμως, πως περιγράφει την μάχη ο ίδιος ο Δημήτριος Μισύρης στο προσωπικό του πολεμικό ημερολόγιο:
‘’Η προπομπός του ιππικού φθάσασα εις τα ανατολικά υψώματα Λυκορράχης αντελήφθη φάλαγγα εχθρικήν εκκινούσαν εκ του χωρίου με κατεύθυνσιν προς Κάντζικον. Έβαλε κατά ταύτης και την ηνάγκασε αιφνιδιασθείσαν να διασκορπισθεί και να καταλάβει θέσεις αμύνης. Οι Ιταλοί, όπως αργότερον έλεγον συλληφθέντες αιχμάλωτοι, ουδόλως ανέμενον μια τοιαύτην επιθετικήν επιστροφήν διά τούτο και η έκπληξίς των ήτο μεγάλη. Το τμήμα τούτο έφθασεν εξ Αετομηλίτσης τας εσπερινάς ώρας της 31ης Οκτωβρίου εις Λυκορράχην, όπου και διανυκτέρευσε, προτιθέμενον την επομένην να κινηθεί προς Κάντζικοv...Οι Ιταλοί καταλαβόντες εν τάχει τα ΝΑ υψώματα και τας ανατολικάς οικίας του χωρίου ημύνοντο διό των αυτομάτων όπλων των (πολυβόλων), ενώ εστερούντο πυροβολικού θέσεις κατόρθωσαν να κυκλώσοuν κατά το πλείστον το χωρίον. Οι Ιταλοί εξηκολούθουν πεισμόνως να αμύνονται. Τελευταία όμως διά της λόγχης έφοδου των ανδρών της διλοχίας, ως και τινων ομάδων της ίλης, επέφερε την πτώσιν της αμύνης, των Ιταλών περιορισθέντων εντός των οικιών του χωρίου. Τα τμήματα εισήλθον εις τούτο και διά της λόγχης και των χειροβομβίδων ηνάγκαζον τα ιταλικά τμήματα να παραδίδονται. Μερικαί φωλεαί αντιστάσεως εξεμηδενίσθησαν διά χειροβομβίδων. Η μια μετά την άλλην αι οικίαι εντός των οποίων ημύνοvτο ιταλικά τμήματα εξεκαθαρίζοντο. Εις μιαν οικίαν ιταλικόν τμήμα ημύνετο τελευταίον με πείσμα …ετάχθη ολιγόλεπτος προθεσμία να παραδοθεί, διότι άλλως η οικία θα επυρπολείτο και κατόπιν τούτου ηναγκάσθη και τούτο να παραδοθεί.’’

Εδώ πρέπει να σημειώσουμε, πως ο ηρωϊκός αντισυνταγματάρχης Δημήτριος Μισύρης, όχι μόνο ηγείτο της Ελληνικής επιθέσεως, αλλά παρά το γεγονός ότι πολεμούσε ολόκληρη την ημέρα τραυματίας, με κάταγμα εις τον ταρσόν του αριστερού ποδός, όχι μόνο δεν εγκατέλειψε τους άνδρες του και τη μάχη, αλλά συνέχισε να μάχεται μέχρι την τελική της έκβαση.

‘’Η πλούσια "συγκομιδή" ανήλθε σε 130 αιχμαλώτους, ενώ άλλοι 80 περίπου περισυνελέγησαν την επομένη στον ποταμό Σαραντάπορο, πάνω από 200 έμφορτα κτήνη και τρεις πολεμικές σημαίες του 8ου Συντάγματος Αλπινιστών. Οι Έλληνες είχαν 50 νεκρούς και τραυματίες, μεταξύ των οποίων ήταν και ο ηρωικός Μισύρης.

Από εκεί και πέρα η διλοχία, περαιτέρω ενισχυθείσα, εγκαταστάθηκε στην περιοχή και απέκοψε τις γραμμές ανεφoδιασμoύ των Ιταλών, οι οποίοι στη συνέχεια για να καλύψουν στοιχειωδώς τις ανάγκες τους επιδόθηκαν σε πρωτοφανή λεηλασία των φτωχών νοικοκυριών της περιοχής.

Η πρώτη αυτή νίκη κατά του ιταμού εισβολέα και η σύλληψη σημαντικού αριθμού των πρώτων Ιταλών αιχμαλώτων, αναπτέρωσε το ηθικό όλων των Ελλήνων, μαχητών οι επιτυχείς επιθετικές ενέργειες των δύο άλλων διλoxιών, κατά τις οποίες συνέβησαν το μεσημέρι της 1ης Νοεμβρίου ένδοξος θάνατος του πρώτου αξιωματικού του Στρατού, Δωδεκανησίoυ υπoλoxαγού Αλεξάνδρου Διάκου, και αμέσως μετά του αντικαταστάτη του, εφ. Ανθγού Ελευθερίoυ Δάσκα, και στη συνέχεια στις 2 Νοεμβρίου ο βαρύς τραυματισμός του συνταγματάρχη Κ. Δαβάκη. Ήδη οι πρώτες επιστρατευθείσες μανάδες κατέφθαναν στο μέτωπο και με την πολύτιμη και συγκινητική συνδρομή των Κατοίκων (ιδίως των γυναικών, επειδή οι άνδρες είχαν στρατευθεί) της Πίνδου άρχισαν να καταφέρνουν σοβαρά και σχεδόν ολόπλευρα πλήγμα, τα εναντίον των επιδρομέων. H κατάσταση αντιστρεφόταν καθημερινά υπέρ' των Ελλήνων, η δε θρυλική ιαχή "αέρα" αντηχούσε στους αιθέρες, σπέρνοντας τον πανικό στον εχθρό. Μετά από λίγες ημέρες, στις 13 Νοεμβρίου, τα απομεινάρια της "Τζούλια" (είχε 1.700 νεκρούς) κατησχυμένα και καθημαγμένα, περνώντας κατά τη φυγή τους τη γέφυρα του Αώου ποταμού στο Περάτι της Β. Ηπείρου, σχεδόν στα σύνορά μας, έδωσαν λαβή για τη σύνθεση του "θρήνου" της, που ακόμα και σήμερα στην Ιταλία αποδίδεται από χορωδίες αλπινιστών.’’

Επίλογος
Αυτή φίλες και φίλοι είναι η πρώτη σημαντική νίκη του Ελληνικού Στρατού κατά την εποποιία του 1940-41, μια μάχη βάλσαμο για τους Έλληνες, που άλλαξε το πολεμικό κλίμα στην Πίνδο και αποτέλεσε το προοίμιο μια σειράς νικών που ταπείνωσαν τα ‘’8 εκατομμύρια λόγχες’’ του Μουσολίνι.
Και την ύψιστη τιμή αυτής της πρώτης μεγάλης νίκης είχε ο αντισυνταγματάρχης Δημήτριος Μισύρης, που ηγήθηκε των ανδρών του στη μάχη της Λυκορράχης. Ο Δημήτριος Μισύρης, που από το 1922 έως το 1941 ζυμώθηκε με την ιδέα του πολέμου και διαποτίσθηκε από το αρχαίο Ελληνικό πνεύμα, που τόσο εύγλωττα εξέφρασε ο Αθηναϊκός όρκος του ‘’Ού καταισχυνώ όπλα τα ιερά’’.

Ο Δημήτριος Μισύρης, ο Έλληνας αξιωματικός, που δύο φορές τραυματίσθηκε για την πατρίδα, που εστάλη να πολεμήσει στην Ουκρανία και το έκανε αγόγγυστα, που μάτωσε στον αφιλόξενο Σαγγάριο, που διακρίθηκε μέσα από τις τάξεις του θρυλικού 5/42 Συντάγματος του Πλαστήρα μαχόμενος τον στρατό και τους Τσέτες του Κεμάλ, που στο σάλπισμα του Ελληνο-Ιταλικού πολέμου βρέθηκε στην πρώτη γραμμή και απ’ αυτή κατήγαγε την πρώτη Ελληνική νίκη.

Ο Αντισυνταγματάρχης Δημήτριος Μισύρης, που εν ζωή, δεν επεδίωξε και δεν έτυχε καμίας ιδιαίτερης προβολής και δεν κέρδισε τίποτα, παρά μόνο την Ιστορική αναγνώριση και το δικαίωμα να απολαμβάνει την εσωτερική ηθική ικανοποίηση, πως έπραξε πάντα το προς την πατρίδα καθήκον του.
Αυτοί φίλες και φίλοι είναι οι πραγματικοί ήρωες, αυτοί που δεν έσπευσαν να ‘’εξαργυρώσουν’’ την προς το έθνος προσφορά τους με τιμές και οφίτσια, αλλά ‘’έφυγαν’’ αρκούμενοι στο ότι έκαναν αυτό που έπρεπε και δεν παρέδωσαν την πατρίδα τους μικρότερη απ’ ό,τι την παρέλαβαν.
Αιωνία του η μνήμη.

Γιώργος Ρεκουνιώτης-Κυριακόπουλος (Λόης)
"Αθμόνιον Βήμα", Μαρούσι 24 Νοεμ. 2016