7/10/14

Φυσικές Εορτές

Φυσικές Εορτές



Οι δυο ισημερίες (φθινοπωρινή και εαρινή) και οι δυο τροπές του Ηλίου (χειμερινή και θερινή) αποτελούσαν και αποτελούν ημέρες με ιδιαίτερη σημασία σ’ όλα τα μυσταγωγικά τάγματα που λειτούργησαν από αρχαιοτάτων χρόνων, γιατί γνώριζαν την ιδιαίτερη σημασία τους στην εξέλιξη των ουσιών της Φύσεως.

Οι γιορτές αυτές ονομάζονται «φυσικές γιορτές» επειδή συνδυάζονται με τα αντίστοιχα τέσσερα φυσικά γεγονότα, τις τροπές και τις ισημερίες, που αποτελούν τους τέσσαρες εξελικτικούς σταθμούς μέσα στον ετήσιο κύκλο της εξελικτικής πορείας των ουσιών της Φύσεως.

Θείος Ορφέας ήταν ο πρώτος ο οποίος καθιέρωσε τον εορτασμό των φυσικών εορτών. Ο Θείος Ορφέας έζησε σε προϊστορική εποχή και συνεπώς δεν υπάρχουν ιστορικά δεδομένα εκτός από την παράδοση περί της υπάρξεώς του και του έργου του.

Υπήρξε ο πρώτος μέγας μυσταγωγός δηλαδή ο πρώτος άνθρωπος του οποίου η διανόηση δια του μήκους των ακτίνων του έφθασε τα όρια των άλλων υπέρτερων κόσμων και άντλησε από εκεί την θεία γνώση, η οποία δίνει την δυνατότητα στα νοητικά όντα να εξελιχθούν και να εισέλθουν στους χώρους των αθανάτων και στην θεία μακαριότητα.

Στην σημερινή εποχή τα επίσημα εορτολόγια, όπως είναι γνωστό, περιλαμβάνουν θετές γιορτές (π.χ. τα Χριστούγεννα και το Πάσχα) που αντικατέστησαν τις αντίστοιχες φυσικές γιορτές και οι περισσότεροι τις γιορτάζουν χωρίς να γνωρίζουν την συμβολική τους σημασία.

Σήμερα οι Φυσικές Γιορτές έχουν αξία και σημασία (και συνεπώς γιορτάζονται) μόνο απ’ όσους διαπνέονται από φυσιοκρατικές αντιλήψεις και αισθάνονται την ανάγκη να εκδηλώσουν μ’ αυτό τον τρόπο την λατρεία τους προς την θεία Φύση και να μετάσχουν, ανάλογα με τις δυνάμεις τους, στις διεργασίες που λαμβάνουν χώρα στην Φύση για την επιτέλεση του θείου έργου και την επίτευξη του θείου σκοπού.

Αλλά ποίο είναι το μυστήριο του θείου έργου της Φύσεως; Αν γνωρίζαμε κατά βάθος τους συντελεστές της δημιουργίας της μητρός Γης, τους συντελεστές της κινήσεως αυτής και τις σχέσεις που έχει με τα άλλα ουράνια σώματα, θα ήμασταν σε θέση να γνωρίζουμε τα αίτια των φαινομένων αυτών και τους επιδιωκόμενους σκοπούς. Αλλά αυτό αποτελούσε την ιδεολογία των αρχαίων μυστηρίων, τα οποία γνώριζαν τους συντελεστές της δημιουργίας του ανθρωπίνου όντος, τον σκοπό που εκπληρώνει το ανθρώπινο πνεύμα στην ανθρώπινη μορφή και την επίδραση που ασκεί το περιβάλλον της Γης.

Τα Ελληνικά μυστήρια γενικά αποκάλυπταν ότι μετά την διαμόρφωση της μητέρας Γης και την σύ­σταση των μορφών της επι­φανείας της, παρή­χθη με την συν­δρομή των ακτινών του Θείου Ηλίου η ψυχή της, η οποία υπήρξε ο συντελεστής των ζωι­κών μορ­φών που εξελίχθηκαν μέχρι της συστά­σεως του αν­θρωπίνου όντος.

Συνεπώς η ψυχή του ανθρώπου έχει μητέρα την Γη και πα­τέρα τον Ήλιο. Οι ακτίνες του Θείου Ηλίου μετέδωσαν στην μη­τέρα Γη το σπέρμα της ανθρώπινης μορφής και αφού αυτή το διέ­θρεψε το εξε­δήλωσε ως ανθρώπινο Ον. Συνεπώς η ψυχή από της συστά­σεώς της μέ­χρι την άφιξή της σε ανθρώπινο οργανισμό ακολού­θησε την αυτή μετα­μόρφωση που ακολούθησε και η μη­τέρα Γη.

Έτσι η ψυχή μέχρι να δια­μορφωθεί σε Ον διανοούμενο και δυνάμενο να εκδηλώσει πλήρη αισθή­ματα πέρασε τέσσαρες κατα­στάσεις. Συ­γκε­κριμένα ­στην αρχή­ πέ­ρασε το στάδιο της καλ­λιέργειας των προς γονιμοποίηση ιδεών, ­κατό­πιν­ το στάδιο της εκδήλωσης των ιδεών αυτών, ­στην συ­νέ­χεια­ το στάδιο της εναρ­μόνι­σης των ιδεών αυτών προς τις αντίστοιχες της θείας Φύσεως ­και τέλος­ το στάδιο της μεταμόρφωσης των ιδεών αυτών σε καρ­πούς που να μπορούν να διατηρήσουν τον τύπο του ανθρωπί­νου οργανισμού.

Οι Πυθαγό­ρειοι τελού­σαν τέσσαρες γιορτές τον χρόνο που γι­νόντουσαν κατά τις δυο ισημερίες και κατά τις δυο τροπές του Ηλίου σε εκδήλωση λατρείας προς την Φύση γιατί πί­στευαν ότι η προς την Φύση λατρεία είναι η θειο­τέρα όλων. Σχετικά ο ίδιος ο Πυ­θαγό­ρας έλεγε:


«Η προς την Φύση λατρεία περιλαμβά­νει και τα κατά μέρος αυτής και το πνεύμα αυτής. Αντί­θετα λα­τρεία προς πρό­σωπο χωρίζει αυτό από την Φύση και το μειώνει. Λα­τρεύ­ομε, έλεγε, τους Θεούς ως κύριους των δυνάμεων της Φύσεως και όχι ως ατομικά εγώ αυτής. Τα ατομικά εγώ της Φύσεως τιμούμε μόνο για τα έργα τους».

Φωτεινή Κακόγιαννου