22/9/14

Για τον Αριστοτέλη το οντολογικό status της ψυχής ... απο τη Φωτεινή Κακόγιαννου



Για τον Αριστοτέλη το οντολογικό status της ψυχής δεν είναι απροσδιόριστο ۠ είναι συγκεκριμένο. Δε μπορούμε να αναφερθούμε στην ψυχή χωρίς να λάβουμε υπόψη το ζωντανό σώμα στο οποίο ανήκει. Η ψυχή δεν υπάρχει χωρίς το σώμα ۠ δεν είναι όμως σώμα, αλλά κάτι από το σώμα. Γι` αυτό υπάρχει μέσα στο σώμα και, μάλιστα, σε συγκεκριμένο σώμα.

Σύμφωνα με τον αριστοτελικό ορισμό, ψυχή είναι η πρώτη ενδελέχεια ενός φυσικού, οργανικού σώματος, που έχει τη δυνατότητα της ζωής και, επίσης, έχει μέσα του την αρχή της κίνησης και της στάσης. Η ψυχή είναι αιτία και αρχή του ζωντανού σώματος, η πηγή και ο σκοπός της κίνησής του.

Τις ικανότητες της ζωής άλλα όντα τις έχουν όλες ( π.χ. ο άνθρωπος ), άλλα κάποιες από αυτές ( π.χ. τα ζώα ), ενώ μερικά, όπως τα φυτά, μία και μόνη. Οι ικανότητες αυτές είναι : η θρεπτική, η ικανότητα της κίνησης στο χώρο, της αίσθησης, της επιθυμίας, η διανοητική ικανότητα.

Το ``Περί Ψυχής`` ανάγεται στην εποχή της δεύτερης παραμονής του Αριστοτέλη στην Αθήνα και είναι μεταγενέστερο των ``Πολιτικών``. Είναι ένα ``ακροαματικό`` έργο.
Η ψυχή δεν υπάρχει χωρίς το σώμα. Και τα πάθη της ψυχής συνδέονται με κάποιο σώμα ۠ το θάρρος, η πραότητα, ο φόβος, η τόλμη, η χαρά, η αγάπη, το μίσος ۠ γιατί όταν εμφανίζονται αυτά πάσχει και το σώμα με κάποιον τρόπο.

Καθετί κινείται με δύο τρόπους : είτε από κάτι άλλο ( π.χ. οι ναύτες στο πλοίο κινούνται επειδή το πλοίο κινείται ), είτε από τον εαυτό του ( π.χ. το πλοίο ). Υπάρχουν τέσσερα είδη κινήσεων : η φορά, η αλλοίωση, η φθίση και η αύξηση. Αν κινηθεί προς τα πάνω, η ψυχή θα είναι φωτιά, αν όμως προς τα κάτω, γη.

Η ψυχή δε μπορεί να είναι αρμονία, ούτε να κινείται κυκλικά. Λέμε πως η ψυχή λυπάται, χαίρεται, φοβάται, οργίζεται, σκέφτεται, αισθάνεται ۠ και όλα αυτά φαίνεται πως είναι κινήσεις. Είναι καλύτερα να λέμε ότι ο άνθρωπος π.χ. μαθαίνει ή σκέφτεται με την ψυχή – η ψυχή δεν είναι απαραίτητο να κινείται. Ο νους φαίνεται να έρχεται από έξω μέσα μας και να μη φθείρεται. Ο νους είναι κάτι το θεϊκό και απαθές.

Από τους τρεις παραδεδομένους τόπους με τους οποίους ορίζουν την ψυχή, άλλοι είπαν ότι η ψυχή είναι εκείνο που κατεξοχήν δίνει κίνηση, επειδή κινεί τον εαυτό της ۠ άλλοι ότι είναι το πιο λεπτεπίλεπτο ή το πιο ασώματο από τα άλλα σώματα ۠ άλλοι υποστηρίζουν ότι η ψυχή αποτελείται από στοιχεία.

Είναι αδύνατο να υπάρχει κάτι ανώτερο από την ψυχή και κυρίαρχο πάνω της ۠ και πιο αδύνατο ακόμη να υπάρχει κάτι τέτοιο για το νου ۠ γιατί ο νους είναι προγενέστατος και κυρίαρχος από τη φύση.
Η ψυχή είναι υπόσταση ۠ ως μορφή ενός φυσικού σώματος που έχει τη δυνατότητα ζωής. Και η υπόσταση αυτή ( δηλ. η ως είδος υπόσταση ) είναι ενδελέχεια. Η ψυχή επομένως είναι ενδελέχεια ενός τέτοιου σώματος ( που έχει δηλ. τη ζωή ως δυνατότητα ).

Όσο υπάρχει η ψυχή υπάρχει και ο ύπνος ( γνώση ) και εγρήγορση ( άσκηση της γνώσης ). Συμπερασματικά : η ψυχή είναι μια υπόσταση με την έννοια της μορφής.
Το ζώο υπάρχει πρωταρχικά με την αίσθηση. Γιατί και όσα δεν κινούνται, ούτε αλλάζουν τόπο, αλλά έχουν αίσθηση, τα ονομάζουμε ζώα ( δηλ. ζουν ). Και από αίσθηση όλα έχουν πρώτα την αφή. Είναι ακόμη φανερό πως τα φυτά έχουν μέσα τους μια τέτοια ικανότητα και αρχή, χάρη στην οποία αναπτύσσονται και παρακμάζουν ( δηλ. ζουν ) προς αντίθετες κατευθύνσεις ( δηλ. αναπτύσσονται προς τα επάνω και παρακμάζουν γέρνοντας προς τα κάτω ).

Η ψυχή είναι η αρχή των ικανοτήτων, δηλ. την ικανότητα της θρέψης, της αίσθησης, της σκέψης και της κίνησης. Στην περίπτωση των φυτών μερικά είναι φανερό ότι ζουν αφού τα διαιρέσουν και χωρίσουν μεταξύ τους τα μέρη τους, το ίδιο βλέπουμε να συμβαίνει και στα έντομα που κόβονται κομμάτια ۠ γιατί καθένα από τα μέρη έχει αίσθηση και κινείται στο χώρο, και αφού έχει αίσθηση, έχει επίσης και φαντασία, λύπη, ηδονή και, υποχρεωτικά, επιθυμία.Τα μέρη της ψυχής – τα οποία διαφέρουν μεταξύ τους ( π.χ. η αίσθηση με τη γνώμη ) – δε μπορούν να χωριστούν από το σώμα, ο νους όμως μπορεί. ``Εκείνο με το οποίο ζούμε και αισθανόμαστε`` λέμε ότι είναι η γνώση, και ``εκείνο με το οποίο γνωρίζουμε`` λέμε ότι είναι η ψυχή ۠ γιατί με το καθένα από αυτά ισχυριζόμαστε ότι γνωρίζουμε. Και επειδή η ψυχή είναι πρωταρχικά αυτό με το οποίο ζούμε και αισθανόμαστε και σκεπτόμαστε, το συμπέρασμα είναι πως η ψυχή είναι έννοια και μορφή και όχι ύλη και το υποκείμενο.

Πράγματι, η υπόσταση έχει τρεις σημασίες :
σημαίνει τη μορφή, την ύλη και τελικά τη σύνθεση των δύο. Η ψυχή δεν είναι σώμα ούτε είδος σώματος ۠ είναι κάτι από το σώμα ۠ και γι` αυτό υπάρχει μέσα σε σώμα και, μάλιστα, σε συγκεκριμένο σώμα.
Όπως είπαμε, οι ικανότητες της ψυχής είναι η θρεπτική, η ικανότητα της επιθυμίας, της αίσθησης, της κίνησης στο χώρο, τη διανοητική ικανότητα. Τα φυτά έχουν μόνο τη θρεπτική ικανότητα, ενώ άλλα όντα αυτή και την ικανότητα της αίσθησης ( και ενν. την ικανότητα της επιθυμίας, του θάρρους, της βούλησης ).
Όλα τα ζώα όμως έχουν τουλάχιστον ( μόνο ) μία από τις αισθήσεις, την αφή ۠ ενώ αυτό που έχει αίσθηση, αυτό νιώθει και ευχαρίστηση και πόνο και επιθυμία ۠ γιατί επιθυμία είναι η όρεξη για το ευχάριστο.
Όσα ζώα έχουν αφή έχουν και επιθυμία. Μερικά όμως ζώα έχουν τη διανοητική ικανότητα και το νου, π.χ. οι άνθρωποι. Όσα από τα φθαρτά όντα έχουν λογισμό, αυτά έχουν και όλες τις υπόλοιπες ικανότητες.

Η θρεπτική ψυχή είναι η πρώτη και πιο κοινή από τις ικανότητες της ψυχής, χάρη στην οποία υπάρχει η ζωή σε όλα. Λειτουργίες της είναι η γέννηση και η χρήση της τροφής ۠ γιατί η πιο φυσική λειτουργία για τα ζωντανά όντα είναι να δημιουργήσουν ένα άλλο ον, όμοιο με τα ίδια, για να μπορούν να μετέχουν στο αιώνιο και στο θείο.
Η ψυχή είναι αιτία και αρχή του ζωντανού σώματος ۠ αυτή είναι η πηγή της κίνησης αυτή και ο σκοπός ۠ είναι ακόμη και αιτία ως η μορφή των έμψυχων σωμάτων. Το σώμα είναι μόνο ένα όργανο της ψυχής.

Αντικείμενο της όρασης είναι το ορατό. Το ορατό είναι χρώμα και κάθε χρώμα μπορεί να κινήσει το ενεργητικά διαφανές. Γι` αυτό δεν είναι ορατό χωρίς φως, αλλά του κάθε πράγματος το χρώμα είναι ορατό στο φως. Διαφανές είναι το νερό, ο αέρας, το γυαλί, οι κρύσταλλοι κ.ά. Όλα τα ορατά, όμως, δεν είναι ορατά μέσα στο φως, αλλά μόνο το ιδιαίτερο χρώμα κάθε πράγματος. Γιατί μερικά ορατά δεν τα βλέπουμε μέσα στο φως, ενώ μέσα στο σκοτάδι κάνουν αίσθηση, όπως για παράδειγμα τα πράγματα που φαίνονται να φλέγονται και να λάμπουν – τέτοια είναι το μανιτάρι, το κέρατο, τα κεφάλια των ψαριών, τα λέπια και τα μάτια ( όλα αυτά γίνονται ορατά στο σκοτάδι). Η φωτιά γίνεται ορατή και στο φως και στο σκοτάδι.

Κάποια σώματα λέμε πως δεν έχουν ήχο, όπως το μαλλί και το σφουγγάρι, ενώ άλλα πως έχουν, όπως ο χαλκός και όσα σώματα είναι στερεά και λεία, επειδή μπορούν να ηχήσουν. Πάντα όμως ο ήχος σε ενδελέχεια παράγεται από ένα πράγμα σε σχέση με κάποιο άλλο, γιατί αυτό που παράγει τον ήχο είναι ένα χτύπημα. Γι` αυτό και είναι αδύνατο, όταν υπάρχει ένα πράγμα, να παραχθεί ήχος.
Το χτύπημα όμως δεν προκαλείται χωρίς κίνηση στο χώρο. 
Όπως είπαμε, ο ήχος δεν είναι το χτύπημα οποιωνδήποτε πραγμάτων ( κανένα ήχο δεν παράγει το μαλλί αν το χτυπήσεις).
Ακόμη, ο ήχος ακούγεται στον αέρα και στο νερό αλλά λιγότερο. Ο ίδιος ο αέρας δεν παράγει ήχο γιατί διαλύεται εύκολα, όταν όμως εμποδιστεί η διάλυσή του, η κίνησή του γίνεται ήχος. Ο αέρας που βρίσκεται μέσα στα αυτιά είναι κλεισμένος εκεί για να μένει ακίνητος, ώστε να αισθάνεται με ακρίβεια όλες τις διαφορές της κίνησης. Γι` αυτό ακούμε και μέσα στο νερό ۠ επειδή το νερό δε μπαίνει μέσα στον αέρα, ούτε όμως και στο αυτί μπαίνει εξαιτίας των ελίκων ( του λαβύρινθου).

Κανένα από τα άψυχα όντα δεν έχει φωνή. Όμως και πολλά ζώα δεν έχουν φωνή, όπως π.χ. τα άναιμα ζώα και, από τα έναιμα, τα ψάρια. Κι έτσι, τα ψάρια που λένε ότι βγάζουν φωνή, βγάζουν ήχο με τα βράγχια ή με κάποιο άλλο παρόμοιο όργανο. Ήδη η φύση χρησιμοποιεί τον αέρα που αναπνέουμε για δύο έργα ۠ όπως χρησιμοποιεί και τη γλώσσα, τόσο για τη γεύση όσο και για τον έναρθρο λόγο ( η έκφραση της σκέψης με τη φωνή υπάρχει για να ζούμε καλύτερα ) ۠ έτσι χρησιμοποιεί και τον αέρα, τόσο για την εσωτερική θερμότητα ( ως αναγκαίο όρο για τη ζωή ), όσο και για τη φωνή, για να είναι η ζωή καλή. 

Επομένως, φωνή είναι το χτύπημα του αέρα που αναπνέουμε πάνω στην τραχεία αρτηρία ۠ χτύπημα που προκαλεί η ψυχή.
Τα ψάρια είναι άφωνα επειδή δεν έχουν λάρυγγα ۠ και δεν έχουν αυτό το όργανο, επειδή δε δέχονται μέσα τους αέρα, ούτε αναπνέουν.
Η αίσθηση της οσμής για τον άνθρωπο είναι χειρότερη από πολλών ζώων την αίσθηση, επειδή το αισθητήριό του δεν είναι ακριβές. Ο άνθρωπος οσφραίνεται όταν εισπνέει, ενώ όταν εκπνέει ή κρατάει την αναπνοή του δεν οσφραίνεται. Τα ζώα που αναπνέουν δε μυρίζουν μέσα στο νερό, γιατί για να οσφρανθούν είναι ανάγκη να αναπνέουν.

Αν η αρμονία είναι κάποιο είδος φωνής και αν η αρμονία είναι αναλογία, είναι ανάγκη και η ακοή να είναι είδος αναλογίας. Γι` αυτό και κάθε υπερβολή, και το οξύ και το βαρύ, καταστρέφει την ακοή ۠ το ίδιο και στα γευστικά πράγματα και στα χρώματα, το πολύ λαμπερό ή σκοτεινό καταστρέφει την όραση και στην όσφρηση η ισχυρή οσμή, και η γλυκιά και η πικρή, επειδή η αίσθηση είναι ένα είδος αναλογίας. Η αίσθηση είναι αναλογία, ενώ τα υπερβολικά αισθητά πονούν ή καταστρέφουν.
Η κόρη του ματιού αποτελείται από νερό και η ακοή από αέρα, ενώ η όσφρηση και από τα δύο.

Η σάρκα δεν είναι το τελευταίο αισθητήριο ۠ γιατί τότε αυτό που κρίνει ( κοινή αίσθηση ) θα έκρινε αγγίζοντας τα αισθητά – η αφή δε μπορεί να είναι το άμεσο όργανο της κοινής αίσθησης, γιατί τότε, κάθε κρίση που εκφέρει, θα προϋπέθετε την επαφή με όλα τα αισθητά, ακόμη και με τα ηχηρά ή τα ορατά.

Η φαντασία είναι η λειτουργία με την οποία λέμε ότι παράγεται μέσα μας κάποια εικόνα, τότε είναι μια ικανότητα. Και τέτοιες ικανότητες είναι η αίσθηση, η γνώμη, η γνώση και ο νους. Η φαντασία δεν είναι αίσθηση.

Έπειτα, οι αισθήσεις είναι πάντα αληθείς, ενώ οι περισσότερες φανταστικές παραστάσεις ψευδείς. Δεν είναι ούτε γνώση ή νόηση, γιατί η φαντασία μπορεί και να σφάλλει. Απομένει να δούμε αν είναι γνώμη, διότι αυτή μπορεί να είναι και ορθή και εσφαλμένη. Τη γνώμη, όμως, την ακολουθεί η πεποίθηση ( γιατί δε μπορεί κάποιος που έχει μια γνώμη να μην πιστεύει αυτά που θεωρεί σωστά ) ۠ κανένα ζώο όμως δεν έχει πεποίθηση, ενώ φαντασία έχουν πολλά.

Επειδή όταν κινηθεί ένα πράγμα, μπορεί ένα άλλο πράγμα να κινηθεί από αυτό, και επειδή η φαντασία φαίνεται πως είναι είδος κίνησης και δε μπορεί να παραχθεί χωρίς την αίσθηση, αλλά υπάρχει στα όντα που αισθάνονται, λέμε πως η φαντασία είναι κίνηση που προκαλείται από την εν ενεργεία αίσθηση.
Στην πραγματικότητα πάντοτε η ενέργεια προηγείται της δυνατότητας, η ενεργητική γνώση ως δυνατότητα και ο ενεργητικός νους από τον παθητικό νου. Μετά το θάνατο δε διατηρούμε καμιά ανάμνηση της ζωής που πέρασε.

Η μνήμη δεν επιβιώνει μετά το θάνατο, επειδή ο ενεργητικός νους ( που προϋπάρχει από τον παθητικό νου ) είναι απαθής και δε διατηρεί καμιά εντύπωση από το χρόνο ή τις περιστάσεις της ζωής ۠ ο παθητικός νους ( που ενν. εξαρτάται από τον ενεργητικό, αφού έπεται ), ο οποίος είναι ευπαθής και μπορεί να γίνει όλα τα νοητά, υφίσταται την επίδραση των περιστάσεων και, συνεπώς, χάνεται με το θάνατο του ατόμου. Ο παθητικός νους χωρίς τον ενεργητικό νου τίποτα δε σκέφτεται.
Ψυχή είναι όλα τα όντα. Οι εικόνες μοιάζουν με αισθήματα με τη διαφορά ότι δεν έχουν ύλη. Η ψυχή των όντων ορίζεται με δύο ικανότητες : αυτή της κίνησης στο χώρο, και αυτή της αίσθησης και της διάνοιας. Αυτά που προκαλούν την κίνηση στο χώρο είναι ο νους και η επιθυμία ( τα ζώα κινούνται με τη φαντασία ).


Ένα πράγμα λοιπόν δίνει την κίνηση στο χώρο : το αντικείμενο της επιθυμίας. Ο νους δεν κινεί χωρίς επιθυμία, ενώ η επιθυμία κινεί και αντίθετα με το λογισμό. Ο νους βέβαια είναι πάντοτε ορθός ۠ ενώ η επιθυμία και η φαντασία είναι και ορθή και εσφαλμένη – ο νους πράγματι προστάζει να αντιστεκόμαστε αποβλέποντας στο μέλλον, ενώ η επιθυμία μας σπρώχνει σε αυτό που είναι ήδη μπροστά μας.

Φωτεινή Κακόγιαννου