26/3/14

Ελληνικές λέξεις ... στην αγγλική γλώσσα (heliotrope)


heliotrope (χήλιοτροουπ) ηλιοτρόπιο, το φυτό λιοτρόπι, 

2. ηλιοστάτης, ηλιακό ρολόι < ηλιοτρόπιον το φυτό του 

οποίου το άνθος και τα φύλλα στρέφονται προς τον ήλιο < 

ήλιος και τροπή στροφή heliotropic (χηλιοτρόπικ) 

ηλιοτροπικός, αυτός που αναφέρεται σε ή χαρακτηρίζεται 

από ηλιοτροπισμός heliotropically - heliotropism 


(χηλιότροπιζμ) η τάση των φυτών να στρέφονται κατά την 

αναπτυξή τους προς τον ήλιο και το φως.