9/10/13

Ελληνικές λέξεις ... στην αγγλική γλώσσα (plutonomy)

Ελληνικές λέξεις ... στην αγγλική γλώσσα


Plutonomy (πλουτόνομυ) πολιτική οικονομία,οικονομολογία 

 2. η επιστήμη της παραγωγής και διάθεσης του πλούτου 

< πλούτος + νόμος - plutonomic - plutonomist 

(πλουτόνομιστ) οικονομολόγος