12/10/13

Ελληνικές λέξεις ... στην αγγλική γλώσσα (parallax)

Ελληνικές λέξεις ... στην αγγλική γλώσσα



Parallax (πάραλαξ) παραλλαγή, παράλλαξη, διαδοχή, 2. εμφανής αλλαγή θέσης ενός αντικειμένου σε σχέση με άλλα αντικείμενα, όταν τα βλέπουμε από διαφορετικά σημεία, 3. η διαφορά μεταξύ της θέσης ενός αστεριού, όπως αυτό βλέπεται από την επιφάνεια της γης και εκείνη που θα είχε, αν αυτό βλέπονταν από το κέντρο της γης ή του ήλιου & παραλλάξ εναλλάξ, διαδοχική κίνηση & παραλλάσω, αλλάζω, διαφοροποιώ parallactic